Δροσιά, μυρωδιές, πρασινάδες, αστέρια, χαλίκια, ποπ κορν και μια οθόνη: όλα όσα χρειάζεσαι για να χαλαρώσεις κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό και να πιστέψεις, για λίγες ώρες, ότι δεν βρίσκεσαι στο πολύβουο αθηναϊκό κέντρο.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Οι γραφικές γωνιές της πόλης, οι περισσότερες με νοσταλγική ατμόσφαιρα, σε ταξιδεύουν, με μικρό αντίτιμο, σε άλλους καιρούς, όχι μόνο εξαιτίας του κινηματογραφικού τους περιεχομένου, αλλά και λόγω του αέρα μιας άλλης εποχής που αποπνέουν.

Οι πρώτοι θερινοί της πόλης άνοιξαν μέσα στα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα. Λίγα άδεια τετραγωνικά, σε αυλή ή ταράτσα, μερικές καρέκλες κι ένα κομμάτι πανί, έφταναν για να επωφεληθεί κανείς απ’ τη μαγεία του σινεμά. Γενιές και γενιές έχουν περάσει τα καλοκαίρια τους είτε βλέποντας κλασικά αριστουργήματα είτε τρώγοντας γλυκό βύσσινο, σπιτικό παγωτό και μυρωδάτη τυρόπιτα, μπροστά απ’ τη μεγάλη οθόνη που τον ήχο της εμποδίζουν τα τζιτζίκια που φωλιάζουν στο τριγύρω πράσινο.

Η τάση έχει επανέλθει στη μόδα, καθώς συνδυάζει το σινεφίλ περιεχόμενο και τη νυχτερινή διασκέδαση. Ακόμη και το καλό ποτό ή φαγητό, μπορούν να συμπεριληφθούν πια σε μια τέτοια έξοδο. Βεβαίως… αποτελεί πάντα την καλύτερη ιδέα για ένα πρώτο ρομαντικό ραντεβού.

Η αγαπημένη καλοκαιρινή συνήθεια, με άρωμα μιας άλλης ρετρό Αθήνας, προσφέρει ιδανική αστική χαλάρωση και εμείς σου παρουσιάζουμε –σε τυχαία σειρά– τους θερινούς του κέντρου, που θα σου φτιάξουν την διάθεση, ανάλογα με τα γούστα σου.

Το ιστορικό

ΣΙΝΕ ΘΗΣΕΙΟΝ

Περπατώντας την καλοκαιρινή Αεροπαγίτου είναι σα να μεταφέρεσαι με χρονοκάψουλα σε μια μείξη αλλοτινών αθηναϊκών εποχών. Φτιαγμένο το 1935, λειτουργεί ανελλιπώς, με εξαίρεση την περίοδο της Κατοχής. Αξίζει να σημειωθεί, ότι την πρώτη χρονιά που λειτούργησε, είχε κάτω απ’ την οθόνη ένα ενυδρείο με χρυσόψαρα και κοχύλια.

Στην Αποστόλου Παύλου, κάτω απ΄ την Ακρόπολη, αποτελεί ακόμη ένα hot spot των τουριστών της πόλης, αφού ακόμη και το CNN το ανέδειξε ως το καλύτερο σινεμά του κόσμου. Η θέα της Ακρόπολης, η φεγγαράδα, η μυρωδιά από το αγιόκλημα, τα μεσοπολεμικά τραγούδια του διαλείμματος, οι τυρόπιτες του κυλικείου και οι εναλλακτικές μορφές …του βύσσινου (βλ. σπιτική βυσσινάδα, σπιτικό γλυκό του κουταλιού βύσσινο και σπιτικό λικέρ βύσσινο) κάνουν τη διαφορά.  Αν θέλεις να χαθείς στη μαγεία του, επίλεξέ το σε προβολές ασπρόμαυρων avant garde ταινιών.

Η in

ΔΕΞΑΜΕΝΗ

Στην ομώνυμη πλατεία του Κολωνακίου, το 1991, το Πολιτιστικό Κέντρο Εργαζομένων της ΕΥΔΑΠ μετέτρεψε την ταράτσα της Δεξαμενής (τη στέγη, δηλαδή, του αρχαίου υδραγωγείου) σε θερινό σινεμά, κάνοντας ένα αστικό πείραμα που αιφνιδίως πέτυχε. Από τότε, εργάζονται με πάθος και ρομαντισμό, για να το διατηρούν. Περιτριγυρισμένο από δέντρα, παραδοσιακό αγιόκλημα και αντικουνουπικό …βασιλικό, με άνετες καρέκλες, προβάλει από blockbusters μέχρι πιο ψαγμένες, με μόνο κριτήριο την ποιότητα. Η ιστορία λέει πως πρωτολειτούργησε το διάστημα 1905-1909 και στη συνέχεια φιλοξενούσε, για χρόνια, θέατρο σκιών.

Στα συν οι ευρωπαϊκές επανεκδόσεις και τα αφιερώματα, η ζεστή πίτσα του κυλικείου και το ουζάκι στο διπλανό καφενεδάκι μετά την προβολή, όπου άλλοτε σύχναζαν ο Παπαδιαμάντης, ο Βάρναλης, ο Καζαντζάκης κι ο Ελύτης.

Το ποιητικό

CINE PARIS

Η ιστορία του ξεκινάει γύρω στο 1920 όταν ένας Έλληνας κομμωτής που ζούσε για πολλά χρόνια στο Παρίσι, αποφάσισε να φτιάξει ένα θερινό σινεμά στην καρδιά της Πλάκας, στην οδό Κυδαθυναίων. Στην πρώτη του εποχή, ο κινηματογράφος βρισκόταν σε έναν ισόγειο χώρο στρωμένο με χαλίκι, όμως κατά την περίοδο της ανοικοδόμησης, τη δεκαετία του 1960, μεταφέρεται στο διώροφο κτίριο που ξέρουμε σήμερα, και γίνεται θερινός. Η «κρίση των θερινών σινεμά» της εποχής που η τηλεόραση κατακλύζει τα αθηναϊκά σπίτια, τον μετατρέπει στη γνωστή μπουάτ «Ζυγό», όπου έλαμψε η Μοσχολιού. Όμως, το 1968, ο περιπτεράς Δημήτρης Πάνος, που βρισκόταν ακριβώς απέναντι, αγόρασε την ταράτσα και έφτιαξε το νέο Cine Paris, με την καλύτερη θέα στην Ακρόπολη. Να σημειωθεί πως για την Guardian είναι το 4ο καλύτερο θερινό σινεμά της Ευρώπης.

Εδώ θα δεις από κινούμενα σχέδια μέχρι τα πιο πρόσφατα καλλιτεχνικά φιλμ. Μπορείς να επιλέξεις τη θέση σου στην πλατεία, τον εξώστη ή στα prive μικρά μπαλκονάκια. Στο μπαρ θα βρεις, μεταξύ των συνηθισμένων σνακ, πολύ μεγάλη ποικιλία από ουίσκι και από μπύρες. Στην είσοδο μπορείς να χαζέψεις ένα απ’ τα μεγαλύτερα πωλητήρια κινηματογραφικών αφισών στην Αθήνα. Αδιαμφισβήτητα, η ανατριχιαστικά ρομαντική του ατμόσφαιρα, αποτελεί το καλύτερο σημείο για ένα πρώτο ερωτικό ραντεβού. 

Το λιτό

ΣΙΝΕ ΨΥΡΡΗ

Επάνω στη Σαρρή, πίσω από το θέατρο Αποθήκη, πνιγμένο στα γιασεμιά, το Σινέ Ψυρρή, προσφέρει πέρα από πολύ ωραία σαγκριά απ’ το μπαρ, μια σειρά εξαιρετικών προβολών, μεταξύ των οποίων ασπρόμαυρες επανεκδόσεις και και indie αμερικανικές παραγωγές. Ο ήχος παραμένει διαρκώς σε σωστή ένταση, καθώς εδώ δεν υπάρχουν γείτονες που ενοχλούνται. Μόλις η ταινία τελειώσει, η γειτονιά είναι γεμάτη από μπαράκια και εστιατόρια για κάθε γούστο.

Η κλασική

ΡΙΒΙΕΡΑ

Στη Βαλτετσίου, ο μπορντό κόσμος της  Ριβιέρας, εδώ και σχεδόν 50 χρόνια, δεν κρύβει το κόλλημά του με τα κλασικά έργα και με τα αφιερώματα σε κορυφαίους δημιουργούς, όπως ο Χίτσκοκ και ο Γούντι Άλεν. Τα γιασεμιά κοντεύουν να πνίξουν την οθόνη, αλλά αυτό δεν φαίνεται να πειράζει κανέναν, αφού η μυρωδιά που αναδύουν ικανοποιεί τους πάντες.

Η Ριβιέρα, με την ανυπολόγιστη επιρροή της στη γειτονιά, επιβεβαιώνει την καλλιτεχνική εξαρχιώτικη αίγλη. Προσοχή: μην τρομάξεις με τις νυχτερίδες – μασκότ του σινεμά που φωλιάζουν στην πλούσια βλάστηση, δεν θα σε πειράξουν.

Το θρυλικό

ΒΟΞ

Ακριβώς δίπλα στην πλατεία Εξαρχείων, η ξακουστή ταράτσα του Βοξ, που είναι μικρό αδερφάκι της Ριβιέρας, για πολλούς είναι το καλύτερο spot της περιοχής, αφού μπορείς να τη συνδυάσεις με τα θρυλικά σουβλάκια του Κάβουρα, που βρίσκονται δίπλα της. Κι αυτό, όπως κι η Ριβιέρα, έθρεψε γενιές και γενιές με Ταρκόφσκι και Αϊζενστάιν.

Απ’ έξω σου δίνει μια αίσθηση μυστηρίου, αλλά, καθώς μπαίνεις, η κατάσταση ισορροπεί και συνειδητοποιείς πως βρίσκεσαι σε μια ταράτσα που σου δίνει συμπυκνωμένη όλη την πραγματική ουσία του τι θα πει ‘Εξάρχεια’.

Η κυριλέ

ΑΘΗΝΑΙΑ

Ίσως η ωραιότερη σπιτική τυρόπιτα του Κολωνακίου, που ακόμη και αν δεν την έχετε δοκιμάσει, σίγουρα την έχετε μυριστεί περνώντας κάποιο καλοκαιρινό βράδυ από τον πεζόδρομο της Χάριτος. Νοσταλγικό καταπράσινο σκηνικό, αν και βρίσκεται στο κέντρο μιας πυκνοκατοικημένης περιοχής. Εξαιτίας αυτού, καλύτερα να αποφύγετε την προβολή των 11:00 μ.μ., αφού ο ήχος χαμηλώνει αισθητά για να μην ενοχλεί τους γείτονες.

Ο καταπράσινος

ΖΕΦΥΡΟΣ

Οι σημαντικότερες ευρωπαϊκές προβολές παίζουν εδώ, σε μια ατμόσφαιρα όπου το ψιλό χαλίκι, το αγιόκλημα και οι γάτες, κυριαρχούν. Ο Ζέφυρος των Πετραλώνων έχει παλιές μπομπίνες, σινεφίλ περιοδικά, εναλλακτικές προτάσεις (όπως πρόγραμμα με ελληνικά ντοκυμαντέρ) και δεν πρέπει να φύγεις χωρίς να δοκιμάσεις τη σπιτική του καρυδόπιτα ή το παραδοσιακό σάμαλι.

Το κουλτουριάρικο

ΕΚΡΑΝ

Στο –ανακαινισμένο πια– Εκράν, στη Νεάπολη Εξαρχείων, υπάρχει περίπτωση να σου αποσπάσουν την προσοχή οι τριγύρω πολυκατοικίες, αφού το αστικό φόντο γοητεύει τους πάντες.

Το Εκράν ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1969 προβάλλοντας ελληνικές ταινίες και κατά τη δεκαετία του ’70 έστρεψε το βλέμμα του Έλληνα σινεφίλ στις πρωτοπορίες της εποχής, στη nouvelle vague και στο ανεξάρτητο διεθνές σινεμά –κυρίως ρώσικο και σκανδιναβικό- που πάντα είχε κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο. Καθιερώθηκε ως «κουλτουριάρικο» σινεμά της εποχής, κόβοντας τεράστιο αριθμό εισιτηρίων, με ρεκόρ, μάλιστα, το 1974 τα 57.000 εισιτήρια. Αν θες, μπορείς να αναζητήσεις την κυρία Λίτσα για να σου πει περισσότερα σε σχέση την ιστορία του χώρου.

Να πας αν θέλεις να δεις ευρωπαϊκό κινηματογράφο και σπουδαίες επανεκδόσεις σε αναβαθμισμένες ψηφιακές συνθήκες εικόνας και ήχου, πίνοντας  γρανίτες και μπύρες. Στην εμβληματική του πρόσοψη θα δεις το φεγγάρι του Μελιέ (πρωτεργάτη του παγκόσμιου σινεμά) κι ένα πωλητήριο με σπάνια βιβλία και dvd. Το 1997 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο.

Η ρομαντική

ΑΙΓΛΗ

Εδώ ακριβώς, ξεκίνησαν κάποτε όλα όσα κάνουν χαρούμενος σήμερα τους ντόπιους σινεφίλ. Η πρώτη φορά που στήθηκαν μηχανές προβολής στην Αθήνα ήταν το 1903, στον κήπο του Ζαππείου, για να προβληθεί η γαλλική ταινία «Δέκα Γυναίκες Κυνηγούν έναν άντρα».

Η βουκαμβίλια, τα πράσινα καθίσματα, τα πεντανόστιμα σουβλάκια και hot dog και η αίσθηση –λόγω αρχιτεκτονικής και χωροθεσίας – ότι για λίγες ώρες βρίσκεσαι στην Αθήνα της Μπελ Επόκ, ακριβώς στο επίκεντρο του αθηναϊκού κοσμοπολιτισμού. Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου είναι ότι μπορεί να σου παρέχει prive βεράντα, για ιδιωτική προβολή της αγαπημένης σου ταινίας και με δυνατότητα ταυτόχρονου δείπνου.

Το παλιομοδίτικο

ΟΑΣΙΣ

Σε ένα μικρό κτίριο της οδού Πρατίνου στο Παγκράτι, θα βρεις την Όαση με τον κηπάκο της, που πρωτολειτούργησε το 1961 και κάποτε ήταν χώρος για παραστάσεις Καραγκιόζη. Δύο ευγενέστατες αδελφές, η Ντία και η Μαρία, είναι οι ιδιοκτήτριες, που το διατηρούν στην εντέλεια και φέρνουν πάντα ποιοτικές ταινίες. Έχουν, μάλιστα, προσωπικές φιλικές σχέσεις με τους φανατικούς θεατές του κινηματογράφου τους.

Στις ρουστίκ κρεμαστές προθήκες της εισόδου θα δεις τα «προσεχώς», ενώ σε ένα μεγάλο καβαλέτο που τοποθετούν στο δρόμο, θα δεις  -παραδοσιακά- φωτογραφίες από τις προβολές που παίζουν τώρα.  Ανθοστήλες, κουβούκλιο παλαιού τύπου για ταμείο, βίντατζ φωτογραφίες σταρ του σινεμά και γενική ατμόσφαιρα περασμένων δεκαετιών. Λουλούδια και γατάκια σε κάνουν να πιστεύεις πως η γιαγιά σου έβαλε οθόνη σινεμά στην καταπράσινη αυλή της και σε κάλεσε για επίσκεψη. 

Το νοσταλγικό

ΠΑΛΑΣ

Πρωτολειτούργησε το 1925 στην ταράτσα του ομώνυμου αρ ντεκό χειμερινού σινεμά, που αποτελεί σήμα κατατεθέν του Παγκρατίου. Προβάλλει εξαιρετικές ποιοτικές ταινίες άλλων εποχών, ενώ, αν είσαι σκληροπυρηνικός φαν, σε ειδική προνομιακή τιμή μπορείς να παρακολουθήσεις τρεις ταινίες. Στο διάλειμμα θα ακούσεις κομμάτια κλασικής μουσικής, 30s ήχους και διαχρονικά soundtracks  – μια παράδοση που διατηρεί εμμονικά ο ιδιοκτήτης, ενώ στο μπαρ θα βρεις αλκοόλ χαμηλές τιμές. Χειρόγραφες χάρτινες ταμπέλες, γεράνια και αναρριχητικά φυτά, μικρά συντριβανάκια, προσφέρουν ένα old fashion ντεκόρ που παραπέμπει σε παλιομοδίτικες μικρές θερινές απολαύσεις.

Όπως λέει και η εξωτερική πινακίδα: «Από το 1925, ψυχαγωγεί και τέρπει». Από εδώ πέρασαν εκατοντάδες χιλιάδες Αθηναίοι, ενώ εξαιτίας του το Παγκράτι έγινε κάποτε πόλος έλξης. Ειδικά τα καλοκαίρια των δεκαετίων 1950-1960, όταν λειτουργούσαν και οι δύο αίθουσες, έκοβε περίπου 5.000 εισιτήρια τη μέρα. Σήμερα, ο θερινός είναι διατηρητέος ως προς τη χρήση. Πολλοί αναρωτιούνται πόσο θα αντέξει ακόμη, καθώς ο ιδιοκτήτης του, Ματθαίος Πόταγας, που ξεπερνά τα 90 έτη ζωής, το διαχειρίζεται ανελλιπώς και παθιασμένα, κάνοντας όλες τις δουλειές, από τη δεκαετία του ’50. «Όσο είμαι εν ζωή ο κινηματογράφος δεν πωλείται!», λέει, παρόλο που πια, ζήτημα αν αγγίζει τα 5.000 εισιτήρια το χρόνο.

Τα εναλλακτικά

ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ

Στα σύνορα Εξαρχείων και Γκύζη, το Σινέ Παναθήναια μοιάζει με όαση μέσα σε τσιμεντένια έρημο. Αυτός ο ιστορικός κινηματογράφος που λειτουργεί από τα τέλη της δεκαετίας του ’20, είναι ένας πανέμορφος πόλος έλξης για τους σταθερούς θαμώνες από τους Αμπελόκηπους, το Γκύζη και τα Εξάρχεια, που προβάλλει παλιές και νέες κυκλοφορίες. Αν και περικυκλώνεται από πολυκατοικίες, δεν χαμηλώνει ένταση. 

Η industrial

ΛΑΐΣ

Η πεντακάθαρη ταράτσα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας στην Ιερά Οδό, προτείνει πάντα εξαιρετικές ταινίες, με θέα στο Γκάζι και με πολύ χαμηλό αντίτιμο εισιτηρίου. Διοργανώνει, επίσης, πρωτοποριακές δράσεις, φεστιβάλ, εκδηλώσεις και θεματικές εβδομάδες.


Ο θερινός κινηματογράφος ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1948 και έκλεισε το 1975, υποχωρώντας κι αυτός μπροστά στην εξάπλωση της τηλεόρασης. Το διατηρητέο κτίριο συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του βιομηχανικού κτιρίου στο ισόγειο και αυτά ενός λαϊκού εκλεκτικισμού στον θερινό που βρίσκεται στο δώμα. Εδώ, σήμερα, διατηρούνται όλα τα δομικά στοιχεία του υπαίθριου κινηματογράφου (οθόνες, βοηθητικοί χώροι και μπαρ, καμπίνα προβολής, είσοδος και κλιμακοστάσιο) και κάποια από τα στοιχεία της διακόσμησης.

Το lounge

ΕΛΛΗΝΙΣ

Το Σινέ Ελληνίς Cinemax πρωτοάνοιξε τις πόρτες του το 1960 και λειτουργεί χωρίς διακοπή μέχρι και σήμερα, προτείνοντας ποιοτικό περιεχόμενο. Άνετες πολυθρόνες, lounge ατμόσφαιρα, προσεγμένος φωτισμός, μυρωδιά από αγιόκλημα και σε κοντινή απόσταση από το Μετρό Αμπελοκήπων. Στο κυλικείο θα βρεις δροσερά smoothies και cocktails. Να θυμάσαι ότι λειτουργεί από νωρίς το απόγευμα, οπότε μπορείς να πιεις έναν καφέ ή να φας ένα ελαφρύ σνακ, πριν την προβολή των 21:00. 

Το υπερσύγχρονο

ΤΡΙΑΝΟΝ

Το γνωστό χειμερινό Τριανόν, στη γωνία Κοδριγκτώνος και Πατησίων, ανοίγει τη σκεπή του και γίνεται θερινός. Αυτή η ανοιγόμενη οροφή είναι και ο λόγος που το σινεμά είναι 12 μήνες ανοιχτό, χωρίς να έχει κλείσει ποτέ.  Αυτό, φυσικά, σημαίνει ότι τα ρετρό κόκκινα καθίσματα είναι τρομερά άνετα και η ποιότητα της προβολής εξαιρετική. Εδώ, μπορεί να πετύχεις και μουσικά ή θεατρικά δρώμενα, εκτός από τα πλούσια κινηματογραφικά του αφιερώματα.  

Στο Βauhaus αισθητικής κτίριο, με τη μεγαλύτερη ίσως μπάρα που θα συναντήσεις σε φουαγιέ σινεμά, μπορείς να χαζέψεις τις αφίσες ή ό,τι άλλο μπορεί να εκτίθεται εδώ ανά περιόδους, πίνοντας μια βαρελίσια μπύρα. 

Το urban

ΑΝΕΣΙΣ

Το κτίριο πρωτοάνοιξε πάνω στην Κηφισίας, το 1943, κι αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του μοντέρνου αρχιτεκτονικού κινήματος, ενώ ως θερινό ξεκίνησε στις αρχές του ’60. Η ταράτσα του έχει κριθεί διατηρητέα από το 1997.

H urban αισθητική του, έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά την τελευταία ανακαίνιση, εναρμονίζεται πλήρως με το αστικό τοπίο που τον περικυκλώνει και οι πραγματικά αναπαυτικές καρέκλες του –ξύλινες καρέκλες σκηνοθέτη, σεζ λονγκ, διθέσιοι καναπέδες-, επιβεβαιώνουν το όνομά του. Μίνιμαλ διάκοσμος, σε ένα διπλό ξύλινο ντεκ, που προσφέρει ανεμπόδιστη θέαση από κάθε σημείο της πλατείας και δίνει την ψευδαίσθηση ταξιδιού σε πολυτελές πλοίο.

Πλέον, η επιμέλεια του προγράμματός του γίνεται από την Feelgood Entertainment, ενώ πολύ συχνά, θα πετύχεις εδώ ειδικές παιδικές προβολές ή θεματικές βραδιές με κοκτέιλ, όπως margarita, mojito και strawberry daiquiri.

Ώρα για σινεμά και εξερεύνηση, λοιπόν.

Καλή προβολή!

Υ.Γ.: Το δικό μου αγαπημένο; Όασις. Σαν να έβαλε οθόνη προβολής στην αυλή της, η Μις Χάβισαμ απ’ τις «Μεγάλες προσδοκίες».