Αυτή την εβδομάδα ο Ζήσης Ανδριόπουλος απαντά (χωρίς να το ξέρει) στην Άννα Ντίκα.

Ζήσης Ανδριόπουλος, δικηγόρος, μουσικός και μανιώδης συλλέκτης συναυλιακών πάσων. Παίζει με τους Zebra Tracks, τις Someone Who isn’t Me και αποτελεί το ήμισυ των Lip Forensics.

Πόσα χρόνια είσαι στην Αθήνα;

Αισίως 16. Ήρθα έφηβος αμούστακος μινάρας. Ροκανίζω τα πρώτα -άντα. Ωραία είναι.

Ποιο μέρος πιστεύεις ότι είναι τέλειο για το πρώτο ραντεβού;

Κάπου που να έχει όση μουσική χρειάζεται για να μπορείς να μιλάς χωρίς να φωνάζεις. Και ξηροκάρπια wasabi. Να έχει μπάρμαν και όχι mixologist. Τα ποτά σε ποτήρια, οι ομπρέλες στην παραλία, τα αβγά στο τηγάνι και τα αβοκάντο εκεί που φυτρώνουν (ούτε καν στις σαλάτες). Άμα πια…

Ποιο είναι το καλύτερο soundtrack για τις βόλτες στην Αθήνα;

Τα ακούσματά μου είναι πολλά, διαφορετικά και αταίριαστα. Οι μουσικές παρωπίδες είναι για τους μουσικογραφιάδες που δεν κατάφεραν να γίνουν μουσικοί. Μπορώ την ίδια ώρα να ακούσω από Rotting Christ με ηπειρώτικα μοιρολόγια μέχρι David August, να βάλω Ryan Adams και μετά όλο το κεφάλι γεμάτο χρυσάφι. Με τέτοιο χάος στο κεφάλι οποιαδήποτε ερώτηση για «καλύτερο» με αγχώνει γιατί αν με ρωτήσεις αύριο η απάντηση θα  είναι άλλη. Στατιστικά λοιπόν, αυτό που έχω ακούσει εμμονικά στα πρώτα μου χρόνια εδώ είναι το Wish των Cure. Και νομίζω πως στην Αθήνα ταιριάζουν αυτοί οι στίχοι, και ας είναι από Βόρειους:

«Καλέστε τα πλήθη που με τρόμο κοιτάν το καρναβάλι μας, 

ουρλιάζοντας πιο δυνατά: Λαλα Λαλα Λαλα (παχύ)«

Ποιο είναι το σημείο της πόλης το οποίο νιώθεις περήφανος/η που ανακάλυψες;

Όταν ήμουν Γαρδέλης και κυκλοφορούσα με xr 250 και κοτσίδα είχα φάει τα μούτρα μου, μόνος, στο «ίσωμα», χωρίς λόγο, σε μια στροφή στον περιφερειακό στα Τουρκοβούνια. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν σώος, αβλαβής και πολύ κακός στην εκτίμηση των δυνατοτήτων μου, σε ένα παγκάκι με θέα μέχρι εκεί που η θάλασσα χάνεται στον ορίζοντα. Ε αυτό το παγκάκι το επισκέπτομαι με τα πόδια πλέον.

Λένε ότι η Αθήνα είναι αντιερωτική. Σε ποιο μαγαζί θα έλεγες ότι υπάρχει «παιχνίδι», aka φλερτ;

Μαλακίες λένε. Δεν είναι το μαγαζί, είναι ο κόσμος. Βάλε κόσμο που βγαίνει για να χορέψει και όχι για να ποζάρει, κόψε το σήμα στα κινητά και έγινε. Από τη θεωρία στην πράξη: Στην Πάτρα υπάρχει ένα μαγαζί που λέγεται Γιάφκα. Δεν πιάνει σήμα καμιά εταιρία. Όλοι μιλάνε και χορεύουν με όλους. Και δεν έχει να κάνει το ότι στην Πάτρα έχουμε το καρναβάλι. Ή έχει;

Τι θέα έχεις όσο απαντάς τις ερωτήσεις;

Μια ημιθανή σεφλέρα, 4 τουλίπες που ξεμυτίζουν για να ανθίσουν και μια λεβάντα που αν συνεχίσει έτσι θα πρέπει να τσοντάρει στο νοίκι.

Μοιράσου μια φωτογραφία της Αθήνας που έχεις τραβήξει με το κινητό σου.

O Manu πριν μετακομίσει στο Παγκράτι είχε ράστα και πίναμε μπύρες μαζί:

17619531_10154297682606681_2102893714_n

Ο προηγούμενος Αθηναίος ρώτησε: Πας για ποτό μόνος σου και αν ναι, που;

Ναι πολύ. Πας όπου θέλεις, αργείς όσο θέλεις, φεύγεις όταν θέλεις, κοινωνικοποιείσαι όσο θέλεις, συνεχίζεις όπου θέλεις. Αν θέλεις. Μόνο που δεν πρέπει να πιεις όσο θέλεις. Συνήθως σε συναυλίες και σε μαγαζιά που παίζουν φίλοι.

 Τι θα ήθελες να ρωτήσεις τον επόμενο Αθηναίο αυτής της στήλης;

Υπάρχει μέρος στην Αθήνα που το σουβλάκι το λένε πιτόγυρο και το απ΄όλα είναι με κέτσαπ μουστάρδα;

Share on FacebookTweet about this on TwitterPin on PinterestShare on Google+Share on Tumblr