Από το μακρινό 1992, ο 7χρονος εαυτός μου προσπαθεί να βγάλει άκρη με το Μακεδονικό, αυτή είναι η αφήγηση του.

Υπάρχει μια τρομερή γαλήνη στη ζωή κάθε 7χρονου αγοριού, όταν η καθημερινότητα του μοιράζεται ανάμεσα σε δυο γιαγιάδες. Ξέρεις ότι μετά το ποδόσφαιρο στην πλατεία, θα βρεις καταφύγιο στο σπίτι της γιαγιάς Α’, της Φωτεινής που μένει στο κέντρο του Πειραιά και σου έχει κρυμμένα γαριδάκια και σοκολάτες σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού της. Ξέρεις ότι μετά τη μελέτη μαθηματικών και εμείς κι ο κόσμος, κάπου γύρω σου θα βρίσκεται η γιαγιά Β’, η Αλκμήνη, που είναι φειδωλή σε junk food περίπτερου, αλλά φτιάχνει τα καλύτερα τηγανητά αυγά με πατάτες και της αρέσει να αράζετε παρέα στο σαλόνι, βλέποντας «Η Μεγάλη των Μπάτσων Σχολή» και «Μόνος στο Σπίτι».

Είναι οι πρώτοι μήνες του 1992 και για ένα περίεργο λόγο, κάποιοι συμμαθητές διακόπτουν τις ασκήσεις γραμματικής στην τάξη φωνάζοντας «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ κι όποιος δεν το ξέρει να πάει να γ…». Ρωτάω τον Ηλία και τον Κώστα γιατί φωνάζουν τέτοια λόγια, γιατί ρισκάρουν να νευριάσουν την δασκάλα μας, την κυρία Κατερίνα, που κάθε μέρα είναι ντυμένη φανταχτερά και πολύχρωμα σαν την Μαντώ και τις πρωταγωνίστριες της «Δυναστείας», αλλά αποφεύγει, μάλλον ταραγμένη να μας εξηγήσει τι συμβαίνει με τη Μακεδονία και αν ή ποιός αμφισβητεί την ελληνικότητα της. Ο Ηλίας και ο Κώστας μου λένε ότι οι «μαλάκες οι Σκοπιανοί» θέλουν να πάρουν το όνομα της Μακεδονίας και ότι μπορεί αυτό να γίνει αφορμή να γίνει πόλεμος, δηλαδή οι Σκοπιανοί να εισβάλλουν στην Ελλάδα.

Πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς Α’ και της μεταφέρω όλα τα λεγόμενα των συμμαθητών μου. Από την απάντηση της, το σοκ μου είναι τόσο μεγάλο, που το Gameboy μου πέφτει από το αριστερό χέρι και κάνει ένα σκληρό κρότο στο γυμνό από μοκέτα πάτωμα, που δεν ακούω καν. «Γιάννη καλά σου είπανε οι συμμαθητές σου παιδί μου. Οι βρωμοσκοπιανοί θέλουν τη Μακεδονία μας, θέλουν τη ταυτότητα μας, ευτυχώς όμως ο Μητσοτάκης και η κυβέρνηση του και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας μας, ο Καραμανλής, δεν θα επιτρέψουν κάτι τέτοιο.» Ήξερα τον Μητσοτάκη και τον Καραμανλή από τις εκπομπές του Μητσικώστα και τις μιμήσεις του, ήξερα ότι είναι κάποιοι κύριοι με αστείες φωνές που είναι κάτι σαν πρόεδροι της χώρας. Προσπαθούσα να επεξεργαστώ τα λόγια της γιαγιάς και λίγο πριν ανοίξει την τηλεόραση τη ρωτάω με τα χείλη τρεμάμενα, «δηλαδή γιαγιά, θα γίνει πόλεμος;»

«Ε και να γίνει θα τους φάμε λάχανο παιδί μου!» μου φώναξε γελώντας η γιαγιά, ενώ η φωνή κάποιου κύριου βλοσυρού που μίλαγε με φόντο ελληνικές σημαίες και από κάτω φαινόταν το όνομα του «Καρατζαφέρης», μου προκαλούσε ένα διακριτικό τρόμο.

Προφανώς τις επόμενες ώρες και μέρες συγκαλούσα στο σπίτι οικογενειακό συμβούλιο, ρωτώντας τη μητέρα μου και τον πατέρα μου αν θα γίνει πόλεμος με τα Σκόπια και πώς γίνεται αυτή η μικρή χώρα να μας πάρει το όνομα της Μακεδονίας και αν μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο και στο κάτω-κάτω γιατί να τσακωνόμαστε μαζί τους για κάτι τόσο ασήμαντο. Εξοργισμένος ο πατέρας μου πάνω από ένα πιάτο με μακαρόνια με κιμά, εξοργισμένος αλλά με ένα διακριτικό χαμόγελο μου απαντούσε «όχι Γιάννη, δεν θα γίνει πόλεμος, αυτά είναι μαλακίες και εθνικιστικά ζητήματα που εγείρει ο Αντώνης Σαμαράς και…». Μετά το «και», με πλησίαζε και μου ίσιωνε στο πρόσωπο τα φαρδιά γυαλιά μυωπίας που φορούσα ήδη εδώ και δύο μήνες και δεν μπορούσα να τα συνηθίσω. Μετά το «και» μου περιέγραφε με ονόματα και καταστάσεις ότι αυτό το «όνομα»  των Σκοπίων δεν είναι κάτι που θα αλλάξει τις ζωές μας, είτε λέγεται «Μακεδονία» είτε «Βόρεια Εύβοια» και με καθησύχαζε και πήγαινα στο διπλανό δωμάτιο να δω τον μικρό Φώτη, τον 5 μηνών μπέμπη που είχε φέρει στον κόσμο η μητέρα μου και προσπαθούσε να τον κάνει να σταματήσει να ταράζει όλη τη γειτονία της Αλκιβιάδου στο κλάμα. Φυσικά ενώ χάιδευα το ξανθωπό κεφάλι του Φώτη, ρωτούσα την μητέρα μου – που αγνοούσε τον σταθερό ύπνο εδώ και 5+ μήνες – «μαμά, θα κάνουμε πόλεμο με τα Σκόπια;» και με ειλικρινή προσπάθεια, κρύβοντας τον πόνο της αϋπνίας, άνοιγε το τεύχος του «Αστερίξ στη Βρετανία» και μου ψιθύριζε «έλα μην τα σκέφτεσαι αυτά και διάβασε μου λίγο.»

«Μα μαμά, αφού το είπε ο Κώστας Καραμανλής, ότι η Μακεδονία ανήκει στους ΄Έλληνες! Αυτοί οι Σκοπιανοί γιατί διαφωνούν!!»

«Που τα άκουσες εσύ αυτά;»

«Με τη γιαγιά, στο Χέρι-Χέρι με τον Καρατζαφέρη.»

Το επόμενο που θυμάμαι είναι ότι ο Φώτης είχε ξυπνήσει ξανά, μετά από 20 λεπτά ύπνου, ότι η μητέρα μου νευριασμένη μου είχε πει να μη βλέπω τέτοια πράγματα γιατί είμαι μικρό παιδί και ότι ο πατέρας είχε πάρει τον Φώτη στα χέρια του και μας καλούσε στο σαλόνι για να δούμε «Απαράδεκτους» και να ξεχάσουμε την αναστάτωση με τον πόλεμο. Το επόμενο απόγευμα, μετά την μπάλα στη πλατεία, πήγα στο σπίτι της γιαγιάς Αλκμήνης και επιβεβαίωσα και από εκεί πως δεν θα γίνει πόλεμος με τα Σκόπια και πως ειδικά όταν εκλεγεί στην κυβέρνηση ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, θα γίνουμε φίλοι με τα Σκόπια και οι γονείς μου θα πάρουν περισσότερα λεφτά στις δουλειές τους, άρα κι εγώ θα παίρνω περισσότερα παιχνίδια και βιβλία, το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, στη γιορτή και στα γενέθλια μου.

Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κόμμα που δίνει λεφτά στους καλούς γονείς και δεν το ενδιαφέρει να προκαλέσει πολέμους για το όνομα μιας χώρας. «Καλή περίπτωση φαίνεται» σκέφτηκα και σκέφτηκα να το πω στη γιαγιά Αλκμήνη, εκτός αν μαζί με τα γαριδάκια μου έχει φέρει αυτοκόλλητα ΠΑΝΙΝΙ, όποτε δεν θα έχω χρόνο να συζητήσω κάτι τέτοιο. Έχω τριπλό τον Χατζίδη και μου λείπει ο Μανωλάς από την ΑΕΚ. Αυτό το πρόβλημα πρέπει να λυθεί.

Ακολούθησε το συλλαλητήριο του Μακεδονικού, που έμοιαζε με προοίμιο πολέμου, που έκανε τις γιαγιάδες να τσακωθούν στη γιορτή μου για τα πολιτικά, αλλά τα βρήκαν τρώγοντας κεφτεδάκια και καναπεδάκια από τον μπουφέ που είχε φτιάξει η μητέρα μου. Εγώ έπαιζα με το σπαθί του He-Man που έμοιαζε με φωτόσπαθο και στη συνέχεια είδα τη κασέτα του «Home Alone 2» και όλα αυτά τα πολιτικά μου έμοιαζαν πολύ μπερδεμένα.

Στο τέλος, είναι απλώς ένα όνομα… Δεν είναι ούτε η γλώσσα, ούτε η εθνικότητα, ούτε η ζωή μας.