*Αυτή είναι μια προσπάθεια να γραφτεί ένα κείμενο σε σχέση με τα insta stories χωρίς να χρησιμοποιηθεί η λέξη «ανασφάλεια».

**Αυτό είναι ένα κείμενο που δεν αφορά σε χρήστες με γιγάντιους αριθμούς από followers, αλλά για μέσους γήινους.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ STORIES;

ΓΕΝΙΚΑ, ποστάρουμε τη ζωή μας γιατί θέλουμε να ανήκουμε κάπου, θέλουμε να κάνουμε πράγματα ίδια με τους άλλους, να νιώθουμε ενταγμένοι σε μια κοινότητα. Τα παιδιά στη Silicon Valley πάτησαν πάνω στη ματαιοδοξία μας και μας συνέτριψαν. Μας έδωσαν την ευκαιρία να γινόμαστε καθημερινά το κέντρο του μικρού μας σύμπαντος. Απολαυστικό (;).

ΕΙΔΙΚΑ, ποστάρουμε για να το δει κάποιος ή κάποιοι, λίγοι και συγκεκριμένοι.

ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΕΙΔΙΚΑ, ποστάρουμε για να επιβεβαιώσουμε κάτι πολύ συγκεκριμένο, κάνοντας νοητές αντιστοιχίες (μόνοι μας). Π.χ. με ψαχουλεύει = με θέλει. Εδώ είμαστε….

Οι λέξεις κλειδιά: αποδοχή, μοίρασμα, ανακούφιση και λοιπά άλλα ευγενή αισθήματα.

Τι προσπαθώ να καταφέρω ανεβάζοντας ένα story;

– Να σου υπενθυμίσω την παρουσία μου. Κάνω φασαρία αποκλειστικά για εσένα. Κοίτα με.

– Να σου δείξω πόσο υπέροχα περνάω. Τώρα. Μακριά σου.

– Να σου πω πως δεν έχει σημασία πως δεν είμαστε μαζί, γιατί μου είναι εύκολο να είμαι καλά και χωρίς να είμαι μαζί σου.

– Να σου δείξω πως δεν είμαι καρφωμένη μπροστά από τον υπολογιστή. Πως βγαίνω κι έξω. Πως γνωρίζω κόσμο που εσύ δεν τον ξέρεις. Συσσωρεύω αποδεικτικά στοιχεία της καλοπέρασής μου.

– Να δω τι θα κάνεις τώρα που έχεις μόνο 24 ώρες για να μου αποδείξεις αν ενδιαφέρεσαι. Έχεις μια ευκαιρία να με μάθεις λίγο καλύτερα. Θέλω να σε δω να τρέχεις απ’ τους πρώτους. Θέλω να καταλάβω την αγωνία σου, όχι απλώς να ανακουφιστώ επειδή το είδες λίγο πριν τη λήξη του χρόνου.

Τι καλύπτει όλο αυτό; Τα συναισθηματικά μου κενά.

Αντί να επικοινωνήσουμε άμεσα την ανάγκη μας για κάτι -είτε επειδή ντρεπόμαστε ή επειδή έχουμε άγχος ή επειδή έχουμε νεύρα ή επειδή έχουμε αυτό που αρχίζει από άλφα και δεν μπορώ να πω-, το κάνουμε έμμεσα, εμπλουτίζοντας συγχρόνως την φαντασιωσική μας ανάλυση. Για παράδειγμα: αντί να σε ρωτήσω «γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο;» ανεβάζω ένα βίντεο. Αν το δεις, πάει να πει ότι μάλλον ξύνεσαι και δεν είναι ότι έτρεχες με τη δουλειά σου και δεν πρόλαβες να με πάρεις. Πάει να πει: δε με θες, δεν ενδιαφέρεσαι για εμένα, είσαι απαίσιος, ως εδώ, τέλος. #drama. #not.

Κι εδώ έρχεται ο Ρογήρος Βάκων:

«Η λογική στους ερωτευμένους είναι σαν τη φωτοβολίδα μέσα στην ομίχλη. Φωτίζει, αλλά δεν διαλύει».

Ποιος είναι άραγε ο σωστός τρόπος για να φλερτάρετε το αντικείμενο του πόθου σας;

Για κάποιους, ο δρόμος του insta story, μοιάζει ο πιο εύκολος, ο πιο γρήγορος, με τα πιο σίγουρα αποτελέσματα.

Για να μην μπλέξουμε με τα φύλα, ας χρησιμοποιήσουμε για το πρόσωπο που μας ενδιαφέρει ουδέτερο γένος. Το «ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ», θα λέμε, του ηλεκτρονικού μας πόθου.

Ξεκινώντας απ’ τα βασικά:

Ακολουθείς το Αντικείμενο, βλέπεις τα stories του, βλέπει στις ειδοποιήσεις το όνομά σου, σ’ ακολουθεί.

Πρώτο βήμα = done.

Καρδουλώνεις λίγο απ’ το (όχι πολύ) παλιό υλικό κι έπειτα καρδουλώνεις ένα δύο πρόσφατες φωτογραφίες του. Μην καρδουλώσεις κάτι που είναι πάνω από 52 εβδομάδες πίσω! Ένα μικρούλι σχόλιο σε κάποια φωτογραφία σίγουρα σε κάνει να ξεχωρίσεις από το πλήθος. Αν δεν έχεις έμπνευση (ή αντιθέτως: αν έχεις όρεξη να ανοίξεις την ψυχή σου σαν τριαντάφυλλο, μαζέψου), συνίσταται ένα emoji. Ένα σχόλιο σε insta story είναι καλοδεχούμενο. Να έχεις φειδώ. Μεγάλη κουβέντα και δύσκολη, το ξέρω. Τώρα τσέκαρε, ανεβάζοντας κάτι. Κοίτα να υπάρχει κάποιο στοιχείο πρόκλησης ή ασχολήσου με κάτι που σίγουρα αντιστοιχεί στα ενδιαφέροντά του. Φρόντισε την παγίδα σου (στόχος είναι να χτίσεις και να εθίσεις).  Αν το καρδουλώσει, είμαστε σε καλό δρόμο. Τώρα κάνε story. Εδώ αρχίζει η αγωνία….

Στις πόσες παραμέτρους, θα φρικάρεις;

1) Σε πόση ώρα την είδε;

2) Είδε μόνο τη μία και όχι τη δεύτερη κολλητή ιστορία;

3) Στη λίστα θεατών είναι στην αρχή ή στο τέλος 😉

«Αμφιβολίες το μυαλό μου βασανίζουνε πολλές,  αμφιβολίες τρελές, αμφιβολίες τρελές…»

«…η ιστορία μας πια πάει και τώρα γι’ άλλονε πονάς…»

Το Instagram, σήμερα, κάνει τη μισή δουλειά σε όλο αυτό που συνοπτικά ονομάζουμε: ερωτοδουλειά. Στα social οι περισσότερες από τις προσωπικότητες που προβάλλουν τον εαυτό τους είναι ναρκισσιστικές και δραματικές. Οι αποφευκτικές είναι αυτές που προτιμούν να παρακολουθούν τα πάντα, εκτιθέμενες οι ίδιες όσο το δυνατόν λιγότερο. Όταν, όμως, ο έρωτας εισβάλλει από το παραθυράκι των insta stories, δεν αποκλείεται να πάρει σβάρνα το είδος της προσωπικότητας που είσαι και να μην ξέρεις από πού σου ‘ρθε. Να σημειωθεί, δε, πως οι γυναίκες κάνουν περισσότερα stories σε σχέση με τους άντρες. Σε σχέση μ’ αυτό, για να πω κάτι παραπάνω, θα πρέπει να χρησιμοποιήσω τη λέξη που αρχίζει από άλφα και που μου έχω απαγορέψει.

ΠΑΛΑΤΙΑ ΠΟΥ ΧΤΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΛΥΟΝΤΑΙ ΣΕ 24 ΩΡΕΣ

Το story δίνει στους θεατές την ψευδαίσθηση ότι είσαι προσιτό άτομο, ότι δεν έχεις μυστικά, ότι είσαι διασκεδαστικό ον κι ότι έχεις φαντασία. Κι εσύ, πάντα, οφείλεις να μπαίνεις στον κόπο να βρίσκεις μια καλή δικαιολογία για μια ενδιαφέρουσα ιστορία, ώστε να επιβεβαιώνεις όλες αυτές τις προσδοκίες (που έχεις απ’ τον εαυτό σου).

Δημοσιεύετε κι εσείς μόνο και μόνο για να το δει ένας και μόνο θεατής;

Πετάτε quote-μπηχτές; Κάνετε check-in εκεί που το Αντικείμενο θα ήθελε να είναι, αλλά -τι κρίμα- δεν είστε μαζί;

Διαφημίζετε την όμορφη και ξέγνοιαστη ζωή σας μακριά του;

Τόσα ψέματα…

Η επιτυχία των insta stories είναι ότι βλέπουμε ποιος μας παρακολουθεί. Κι έτσι όλες οι πιθανές εξηγήσεις που δίνει το κεφάλι μας, παροξύνονται. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις φαντασιοπληξίας, στα όρια της κλινικής περίπτωσης.

Όταν ενδιαφέρεστε για ένα Αντικείμενο, αυτό που θέλετε, είναι να διαβάσετε κάθε σημάδι (ηλεκτρονικό ή …μεταφυσικό), που να αποδεικνύει ότι αυτό το άτομο μοιράζεται τα ίδια αισθήματα μ’ εσάς. Είναι φυσικό. Και ακόμη περισσότερο: είναι εθιστικό. Γιατί δημιουργεί φτερουγίσματα στην καρδιά και στο στομάχι, που σπάνια θα μας συμβούν στον …πραγματικό κόσμο σήμερα. Κι η ανάγκη γι’ αυτό το φτερούγισμα, γίνεται ψυχαναγκαστική.

Όλη αυτή η τάση προσέλκυσης του Αντικειμένου, ρίχνοντας υλικά-παγίδες στον ηλεκτρονικό του δρόμο, βρήκε προσφάτως και το brand name της: λέγεται «Gatsbying» κι είναι εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα «The Great Gatsby» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Διαρκείς επιδείξεις, με στόχο να τραβηχτεί η προσοχή του. Στοχοπροσηλωμένο ποστάρισμα, δηλαδή.

ΓΙΑΤΙ ΑΓΩΝΙΩ ΝΑ ΔΕΙ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΔΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥ;

Μα γιατί, τελοσπάντων, δεν μπορώ να αντισταθώ στο να πατήσω κλικ σ’ αυτή τη στρουμπουλή μωβ παγίδα που κουνιέται στο πάνω μέρος της οθόνης μου; [Ο δικός μου μέσος όρος, απ’ τη στιγμή που την πάρω χαμπάρι, είναι 17 λεπτά]

Είμαστε κουτσομπόληδες κι αυτό είναι δεδομένο. Το καυτό υλικό είναι σίγουρα κάτι πολύ προσωπικό που οσονούπω θα εξαφανιστεί. Ο χρόνος τελειώνει!

Μας κινεί η ενόρμηση (=ενστικτώδης τάση που ωθεί στην εκτέλεση πράξεων που  ικανοποιούν ψυχοσωματικές ανάγκες μας). Μοιάζει με την πείνα. Και μάλιστα μοιάζει μαζί της και στο εξής: αντί να περιμένεις να φας με όρεξη ένα ωραίο μεγάλο πιάτο, τσιμπολογάς όλη την ώρα! Ακόμη και πράγματα που δεν έχουν μεγάλη θρεπτική αξία! Κι αντί να χορτάσεις, απλώς ανοίγεις την όρεξη και το στομάχι σου. Βλέπε: συναισθηματική πείνα.

Βάζεις ειδοποιήσεις, γνωστοποιήσεις, είσαι alert για τις μεγάλες του μικρές στιγμές. Μεγεθύνεις τα επίπεδα αγωνίας σου, παίζεις με τα όρια της αυτοσυγκράτησής σου. Μα, πραγματικά, πώς αντέχεις να σε βασανίζεις έτσι;

«Έλα έλα έλα έλα έλα Μανουέλα, είναι αυτό που νιώθω τρέλα έλα Μανουέλα…»

«Λαλα-άάάά!»

Αυτό που συμβαίνει στον σοσιαλμιντιακό κόσμο εν γένει, είναι πως εισπράττουμε σπαράγματα από τις ζωές των άλλων και συμπληρώνουμε εμείς τα κενά του κόσμου τους, επιστρατεύοντας το φαντασιακό ή τις επιθυμίες μας.

Στην τελευταία περίπτωση, όταν ενδιαφερόμαστε για τον άλλον, σε ένα πιο ερωτικό επίπεδο, τα κενά αυτά, γεμίζουν με τον κατασκευασμένο ορίζοντα προσδοκιών μας, με εικόνες που μας αρέσουν, που οικοδομούν το ιδανικό καθρέφτισμα του ιδανικού μας εαυτού.

Το σίριαλ «ερωτευόμαστε τον πραγματικό άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας ή την εικόνα που φτιάχνουμε στο κεφάλι μας γι’ αυτόν;», συνεχίζεται με τεράστια επιτυχία και στον ηλεκτρονικό κόσμο, πέρα απ’ τις σχέσεις της «πραγματικής ζωής».

Κι εδώ κάνει είσοδο ο Εμμανουήλ Ροΐδης: «Πλατωνικός έρωτας ίσον μαλακόν παξιμάδιον δια τους μη έχοντας οδόντας».

Τα συνήθη συμπτώματα του ηλεκτρονικού -σχεδόν καταναγκαστικού- ερωτικού πάθους περιλαμβάνουν συνεχές τσεκάρισμα του αν το Αντικείμενο είδε την ιστορία σου, έκανε comment, ανέβασε δική του ιστορία, έκανε like κάπου άλλου κ.λ.π. Η ψυχική σου κατάσταση συμπεριλαμβάνει (ηλεκτρονικού περιεχομένου) ονειροπολήσεις, απροθυμία να εργαστείς και συνεχή διάθεση να τσεκάρεις τα instagramικά τεκταινόμενα, ισχυρή ανάγκη έκθεσης – αυτοαποκάλυψης και πλήρη ευαλωτότητα στην επιρροή που δέχεσαι από το ανηρτημένο περιεχόμενο του Αντικειμένου.

Το αίσθημα υποτροπιάζει όταν δεχτείς το «βλέμμα», το like ή το comment του. Η αίσθηση συνενοχής και συμμετοχής σε ένα ιδιωτικό μυστικό μόνο για δύο, δημιουργεί αίσθηση ειδυλλίου και το αίσθημα παίρνει φωτιά. Παίρνοντας αυτό που -εκ πρώτης τουλάχιστον άποψης- θες, αρχίζει και η πολεμική του «έρωτα»: θες να αιχμαλωτίσεις το Αντικείμενο κι άλλο, να το κατακτήσεις, να το κάψεις, να κάνεις επίθεση και μαζί οπισθοχώρηση. Με λίγα λόγια: αρχίζει το Δράμα.

Να δω την ιστορία του; Να μην τη δω; This is the question! Θα τη δω και ας μου βγει και σε κακό. Ρίσκο. Θα κρατήσω χαρακτήρα, θα το παίξω ότι δεν τρέχει τίποτα. Πάλι ρίσκο. (Ουφ. Ιδρώτας στάζει στο μέτωπο). Δείξε γενναιότητα! Μη φοβάσαι το ρουφιάνο! Δες τη! Ρήμαξέ μου την υπόληψη, μπάσταρδο!

Η κατάσταση γεννιέται από την αγωνία, την αβεβαιότητα, την αδημονία και γεννά τα ίδια σε μεγαλύτερες ποσότητες. Το μοτίβο αναπαράγεται, χωρίς κανείς να γνωρίζει αν είναι «αμοιβαία τα αισθήματα, μωρό μου». Τη μία είμαστε γεμάτοι ενέργεια και την άλλη παντελώς άδειοι, εξαντλημένοι, βουτηγμένη στη ματαιότητα.

Αν το Αντικείμενο αντιδράσει στο χρόνο που ονειρευόμαστε, η επιθυμία μεγεθύνεται, αλλά, όλως παραδόξως, το κενό μας δεν γεμίζει!

Λίγος Μπαλζάκ, πριν τα δύσκολα: «Ο έρωτας μοιάζει με την αναπνοή. Δεν μπορεί μόνο να εκπνέεις, χωρίς και να εισπνέεις. Αν σταματήσει η εισπνοή, αν δεν γίνει η ανταπόδοση του αισθήματος, χάνεται η αναπνοή, χάνεται ο έρωτας».

Κάθε φορά που το Αντικείμενο δεν αντιδρά στον χρόνο που κατά μέσο όρο έχουμε υπολογίσει πως αντιδρούσε ως τώρα, αισθήματα όπως θυμός, ζήλια, αβεβαιότητα, αστάθεια, οξύνονται. Τα συναισθήματά μας γίνονται υπερβολικά, οι μεταπτώσεις τους διαρκείς και, επαναλαμβάνω, η ποσότητα αλήθειας μέσα στη φαντασιωσική μας ανάλυση μικραίνει ώρα με την ώρα. Ο ορίζοντας των προσδοκιών μας χρωματίζει το «βλέμμα» του ενός, σε σημείο που να μην έχουμε καν προσέξει πως εδώ και τόσο καιρό, ακόμη πιο γρήγορος stalker είναι ένα άλλο Αντικείμενο, που βγαίνει πιο ψηλά στη λίστα των «αποτελεσμάτων»!

Σε αυτόν τον τελετουργικό κύκλο η αίσθηση του ανικανοποίητου, της έλλειψης κι ενός συνδρόμου παράξενα στερητικού, δε λένε να μας εγκαταλείψουν. Οι ηλεκτρονικά ερωτευμένοι τη μία χαίρονται και την άλλη υποφέρουν. Υποφέρουν που αδυνατούν να βγάλουν ασφαλή συμπεράσματα, που δεν μπορούν να εμπιστευτούν, όχι τόσο τον άλλο, αλλά, πρωτίστως, τον ίδιο τους τον εαυτό. Μετασχηματίζονται σε τραγικές ινσταγκραμικές περσόνες. Ξέρω που είναι και τι κάνει, αλλά δεν ξέρω γρι για τα αισθήματά του. Ξέρω ΜΟΝΟ όσα το Αντικείμενο θέλει να ξέρω!  Είναι σαγηνευτικά κακό!!!

«Στους ερωτευμένους είναι απαραίτητη η υπομονή. Με τον καιρό και την υπομονή υποκύπτουν κι αυτές οι Πηνελόπες», υπενθυμίζει ο Οβίδιος. Και ο χρόνος περνάει…

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ …ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ

Σχετικά με τη σειρά που εμφανίζονται τα αποτελέσματα των θεατών, ένα πράγμα που ίσως δεν ήξερες, είναι πως εκτός από τη μέτρηση της διάδρασης που έχετε σε διαδικτυακό επίπεδο, μετριέται και το αν πατάει pause για να χαζέψει περισσότερες λεπτομέρειες του story σου.

Φυσικά, ο αλγόριθμος του Instagram ξέρει πολύ καλά ποιο όνομα αναζητάς συχνότερα, με ποιον ανταλλάζεις μηνύματα, με ποιον αλληλεπιδράς. Τα παιδιά στη Silicon Valley ξέρουν τον πιο μύχιο εαυτό σου. (Καλησπέρα, παιδιά!)

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ: ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ή ΕΞΟΥΣΙΑΖΟΜΕΝΟΣ;

Αυτό το παράξενο τελετουργικό ζευγαρώματος, με συνεχείς επιβεβαιώσεις και άλλες τόσες απορρίψεις, είναι το απόλυτο παιχνίδι εξουσίας. Χάνει όποιος πέσει πρώτος στην παγίδα που έστησε ο άλλος. Δυνατός είναι αυτός που αντιστέκεται. Δυνατότερος είναι αυτός που σε κάνει να περιμένεις.

«Είμαι ερωτευμένος; -Ναι, αφού περιμένω. Ο άλλος δεν περιμένει ποτέ. Μερικές φορές θέλω να υποδυθώ αυτόν πού δεν περιμένει· επιχειρώ να απασχοληθώ κάπου αλλού, να φτάσω καθυστερημένος. Μα στο παιχνίδι αυτό βγαίνω μονίμως χαμένος. Ό,τι κι αν κάνω, στο τέλος αποδείχνομαι και πάλι αναπασχόλητος, συνεπής στο ραντεβού -και μάλιστα πριν από την καθορισμένη ώρα. Η μοιραία ταυτότητα του ερωτευμένου δεν είναι άλλη απ’ αυτήν: είμαι αυτός που περιμένει.» Ο Ρολάν Μπαρτ τα είπε όλα, πολύ προτού ανακαλυφθεί η σοσιαλμιντιακή μάστιγα της εποχής μας. «Να κάνεις κάποιον να περιμένει: σταθερό προνόμιο κάθε εξουσίας, πανάρχαιο χόμπι της ανθρωπότητας».

ΓΙΑΤΙ, ΤΕΛΙΚΑ, ΜΕ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ;

Το κεντρικό -και βασανιστικό- ερώτημα που προκύπτει, από τη στιγμή που τις δει, είναι γιατί τις κοιτάει;

Σαίξπηρ, έλα λίγο. «Ο έρωτας είναι τυφλός και οι ερωτευμένοι δεν βλέπουν τι χαριτωμένες ανοησίες κάνουν!» Ευχαριστώ.

Θέλω να σε βλέπω (ή: σε θέλω), γιατί θέλεις να με βλέπεις κι εσύ (ή: γιατί με θέλεις).

Είναι απλό, εύκολο, ανακουφιστικό, γρήγορο. Είναι το πιο ανώριμο είδος έρωτα. Και είναι πια η διαδικτυακή καθημερινότητά μας. Ο ανώριμος έρωτας ανατροφοδοτείται συνεχώς από τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Το επιφανειακό φλερτ σε όλο του το μεγαλείο! Γινόμαστε ευτυχισμένοι (χμμμμ…) με ένα είδος πρέζας, του οποίου η επήρεια δεν κρατάει πολύ.

Είναι εθισμένο; Μήπως απλώς κάνει ζάπινγκ; Βρε λες να τσουρουφλίζεται κι αυτό;

Δεν μας έφταναν όλες αυτές οι μικροαποκαλύψεις του ινσταγκραμικού σύμπαντος, έχουμε και τα χρόνια αναπάντητα ερωτήματα, τύπου:

– Αφού με απέρριψε, γιατί κοιτάει συνεχώς τι κάνω;

– Αφού χωρίσαμε πριν χρόνια και είναι σήμερα ευτυχισμένο, γιατί ασχολείται μαζί μου πρώτο πρώτο;

– Αφού δεν γνωριζόμαστε καν κι αφού με στοκάρει κατά συρροή εδώ και μήνες, γιατί δεν μου μιλάει;

– Τι στο καλό κοιτάτε όλοι εσείς οι άνθρωποι και με δυσκολεύετε να βρω το Αντικείμενό μου μέσα στο πλήθος;

Παρακάμπτοντας τις 10 σελίδες minimum που χρειάζονται για να απαντηθούν τα παραπάνω, κάποιες ιδέες που έχω (επιγραμματικά) είναι οι εξής:

Θέλω να με θέλει κι ας μην τον θέλω. Θέλω να ξέρω αν …κοιτάζει άλλα δικά του Αντικείμενα. Θέλω να ξέρω τι κάνει. Θέλω να ξέρω τι έχασα. Θέλω να ξέρω μήπως δεν έπρεπε να το χάσω. Θέλω να το ξανασκεφτώ. Ή: Σε παρακαλώ, ρίξε μου φροντισμένες παγίδες μπροστά μου και υπόσχομαι να πέσω σε όλες με το κεφάλι σε θέση κάθετης βουτιάς.

ΠΟΤΕ ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΨΥΧΟΒΓΑΛΣΙΜΟ;

Ας μην γελιόμαστε. Ο δρόμος του instadating δεν έχει επιστροφή. Από εδώ και πέρα, θα μιλάμε πάνω ΚΑΙ σ’ αυτή  την βάση, όπως κάποτε, οι παλιοί, έλεγαν: «Πέρασα κάτω απ’ το μπαλκόνι της, την κοίταξα κι εκείνη δεν μου έριξε ούτε ένα βλέμμα… Σίγουρα δεν με συλλογίζεται πια.»

Οι πολλοί θα πουν ότι τα βάσανα τελειώνουν όταν ασχοληθείς με κάποιο άλλο Αντικείμενο, σε πιο σοβαρό επίπεδο (π.χ. σαρκικό). Όχι. Δεν ισχύει. Τσεκαρισμένο. Είμαστε ψυχανώμαλοι, μεθυσμένοι κι εθισμένοι. Ευάλωτοι στα ηλεκτρονικά ναρκωτικά.

Χιώτης! Λίντα!

«Γράμματα μου στέλνεις και φωτογραφίες και φωτογραφίες για παρηγοριά»

«Δε γιατρεύεται ο πόνος, της καρδιάς τα κλάματα, με φωτογραφίες και με γράμματα»

Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ θα πει πως «Ο λόγος ύπαρξης της επιθυμίας δεν είναι να πραγματοποιήσει έναν στόχο και να βρει πλήρη ικανοποίηση, αλλά να αναπαράγεται ως επιθυμία». Το αλισβερίσι των Insta Stories το εκπληρώνει αυτό.

Η πιο σίγουρη λύση είναι το Αντικείμενο να υποκύψει, να γνωριστείτε όλοι μαζί -ηλεκτρονικές και φυσικές παρουσίες- και ας γίνει ό,τι θέλει. (Απλώς μετά θα αλληλοstalkάρεστε για κατασκοπικούς λόγους. Αλλά κι αυτό θα προσέχει. Δεν είναι μπιτ χαζό)

Πότε σταματάει η μετάφραση του διαδικτυακού του «παρών!» σε μπάλωμα του εγωισμού μας, δεν ξέρω. Πιθανολογώ πως γίνεται ταυτόχρονα με τη διαγραφή του λογαριασμού μας.

Η ΠΙΟ ΣΙΓΟΥΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΣΑ ΣΕ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΑ INSTASTORIES

Κάνε ένα story (με περιορισμένους αποδέκτες …ή και μόνο έναν), βάζοντας σε δημοσκόπηση – multiple choice, τους λόγους για τους οποίους θεωρείς ότι σε παρακολουθεί. π.χ. Είσαι απλώς περίεργο; Κατά λάθος; Με θες;

Και περίμενε να ψηφίσει.

Εναλλακτικά, πήγαινε στάσου μπροστά του και ρώτα το.

Απαντήσει, δεν απαντήσει, είναι σίγουρο πως ό,τι κι αν συμβεί, θα έχει περισσότερο ενδιαφέρον.

Όλα αυτά είναι η επιτομή της έμμεσης ανώριμης αγάπης. Να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας σε σχέση με τα συναισθήματά μας. Και να τα επικοινωνούμε άμεσα. Να διεκδικούμε.

Θα κάνω μια παράβαση:

Μην αφήνεις την ανασφάλεια να σε βυθίζει σε φαύλους κύκλους, απ’ τους οποίους, η απόδραση θα ήταν συντομότερη, αν ζούσαμε στην προ-socialmedia εποχή. Μην είσαι ανασφαλής. Μην είσαι ανασφαλής. Μην είσαι ανασφαλής. Μην είσαι ανασφαλής. Γενικά μην είσαι ανασφαλής. Ουφ. Θα ‘σκαγα. Χάνεις. Μόνο. 😊

Υ.Γ.: Μεταξύ μας τώρα… Ένα story, στην πραγματικότητα, τελειώνει, τη στιγμή που το βλέπει το Αντικείμενο που σε ενδιαφέρει. Τα υπόλοιπα είναι σιωπή.