Οι μονομπλόκ καρέκλες, σήμερα, μισό αιώνα μετά τη γέννησή τους, είναι τόσες πολλές ανά τον κόσμο, που αν είχαν όρεξη για ζωή, θα μπορούσαν να μας κατακτήσουν!

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Είναι η καρέκλα-ερωμένη του καλοκαιρινού σαββατοκύριακου. Την εκμεταλλεύεσαι μόνο όταν την έχεις ανάγκη, γιατί σε «βολεύει». Καλύπτει τις ανάγκες σου, αλλά δεν είναι και τόσο όμορφη  για να την επιδεικνύεις στους φίλους σου. Αγαπάς να τη μισείς. Πότε πότε έχετε μια υπέροχη συνύπαρξη και κάπου κάπου την απεχθάνεσαι. Έχει καταλάβει ολόκληρο τον κόσμο, αλλά δεν νιώθεις καθόλου άσχημα που …σε κερατώνει. Ίσα ίσα, το βρίσκεις ανακουφιστικό.

Photo by Flickr user Eva the Weaver

Στοίβες από λευκό πλαστικό σε παραλιακά καφέ και γύρω από πισίνες, θα σου θυμίζουν πάντα το πόσο γοητευτική είναι μερικές φορές η ευτέλεια της θερινής ραστώνης. Κάπου στα νοτιοανατολικά του κόσμου, άλλες στοίβες, περιμένουν την δεξίωση κάποιου γάμου. Μερικές επιπλέουν σε ένα σωρό από σκουπίδια στο μέσο του Ειρηνικού. Στο σπίτι μιας ηλικιωμένης κυρίας στη Νότιο Αμερική μια απ’ αυτές σιγοψήνεται στον ήλιο. Θεωρητικά, τουλάχιστον μία απ’ αυτές, θα πρέπει ήδη να βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τη Γη. Τρομακτικά πανταχού παρούσα. Και αισθητικό σύμβολο του σύγχρονου πολιτισμού, σε περίπτωση που χρειαστεί να δείξουμε κάτι –με τελείως δημοκρατικά κριτήρια-  σε κάποιο εξωγήινο ον που θα μας ζητήσει ένα αντιπροσωπευτικό αντικείμενο καθημερινής χρήσης.

Οι μονομπλόκ καρέκλες είναι αυτές που δημιουργούνται από ένα ενιαίο κομμάτι πλαστικού. Οι μονομπλόκ δεν πιστεύουν σε ταξικές διαφορές, δεν είναι ρατσίστριες, δεν έχουν πατρίδα και δεν θα σε κρίνουν για την εικόνα και τα κιλά σου. Οι μονομπλόκ δεν θα σε κατηγοριοποιήσουν ανάλογα με το εισόδημά σου. Οι μονομπλόκ είναι δημοκράτισσες. Οι μονομπλόκ δεν σου δημιουργούν άγχος. Οι μονομπλόκ υπάρχουν ανεξάρτητα από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται. Οι μονομπλόκ, ίσως, ζήσουν κάποτε μόνες σ’ αυτόν τον κόσμο, παρέα με τις κατσαρίδες.

Η ντιζαϊνάτη επαναστατική τους φόρμα σήμερα αντιπροσωπεύει μια πιο υποβαθμισμένη εκδοχή της καλοκαιρινής ευημερίας, καθώς έχει συνυφανθεί περισσότερο με τις καρότσες των πλανόδιων Ρομά, παρά με την ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή στη ζωή τους.

Η ΟΥΤΟΠΙΚΗ ΠΛΑΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Το οικονομικό κραχ και τα στερητικά σύνδρομα του πολέμου έστρωσαν το αμερικανικό έδαφος για τον υλιστικό πληθωρισμό, κατά τον οποίο η συσσώρευση πλήθους προϊόντων, δεν συνεπάγεται και τη δημιουργία μιας σχέσης με συναισθηματική αξία. Περισσότερα αγαθά, λιγότερο …ψυχικό δέσιμο.

Το πλαστικό, με την δυνατότητά του να μεταβάλλεται σε οτιδήποτε του υποδείξει η ανθρώπινη επιθυμία, εκπληρώνει την μοντερνιστική υπόσχεση περί «καθαρής δημιουργίας του πνεύματος». Η επιστήμη κυριαρχεί επί της ύλης και το πλαστικό γίνεται ο πλέον «δημοκρατικός» σύμμαχος, αφού αντικαθιστά με πολύ φθηνό τρόπο κάθε φυσικό υλικό κι έτσι μπορεί εύκολα να φτάσει στα χέρια των «πολλών». Το πλαστικό δεν φθείρεται με το πέρασμα του χρόνου κι ίσως, μάλιστα, μείνει αναλλοίωτο σε αυτό που μπορούμε να αντιληφθούμε ως «αιωνιότητα».

Photo by Flickr user Olga Nohra

Το πλαστικό υπόσχεται όσα ο καπιταλισμός και η νεωτερικότητα μπορούν να θελήσουν, όταν ζευγαρώσουν. Άλλωστε, ο μετρ του μοντερνισμού, Λε Κορμπιζιέ, ονειρευόταν την μαζική παραγωγή στοιχείων της καθημερινότητας για τους πολλούς και όχι για την ελίτ, το δικαίωμά τους στην άνεση και την αισθητική. Σχεδόν ό,τι υπάρχει σήμερα στο σπίτι μας και μας βοηθά στην καθημερινότητά, δημιουργήθηκε μετά τους δύο μεγάλους πολέμους. Η πλαστική καρέκλα δεν αποτελεί εξαίρεση. Το υλικό αυτό, άλλωστε, στις πολλαπλές του εκδοχές, πέρασε με μεγάλη επιτυχία το crash test του Β΄Παγκοσμίου.

Η μονομπλόκ πλαστική καρέκλα ήταν μια άξια εκπρόσωπος της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής. «Μια λέξη θα σου πω. Μόνο μία. Πλαστικά. Υπάρχει μεγάλο μέλλον στα πλαστικά. Σκέψου το». Ο «Πρωτάρης» ακούει προσεκτικά τις συμβουλές του κύριου με τη γραβάτα, αλλά η Μις Ρόμπινσον τον ξεμυαλίζει και τα συνθετικά παράγωγα του πετρελαίου χάνουν τον Ντάστιν Χόφμαν τους. Το 1967, η λέξη «Plastics» αποπνέει όλη την μεταπολεμική αισιοδοξία του Δυτικού κόσμου, την ευκολία, τη χαρά και τη λάμψη της ποπ κουλτούρας.

Η «πλαστική επανάσταση» είναι γεγονός και η πρώτη υψηλής αισθητικής καρέκλα από πλαστικό που παράγεται μαζικά είναι η Universale στην Ιταλία από τον designer Joe Colombo, το 1965, χωρίς όμως να είναι ακόμη μονομπλόκ (δηλ. ενιαία). Αυτή είναι η -ακριβή- «μαμά» που γέννησε την γνωστή σε όλους μας -φτηνή- λευκή του πλανόδιου «καρεκλά».

Monoblocs at Wanzhou – Three Gorges Reservoir (Photo from Christian Y. Schmidt)

Το 1967, ο Ιταλός σχεδιαστής Vico Magistretti, κατασκευάζει την πρώτη μονομπλόκ από ένα ενιαίο κομμάτι fiberglass  (δηλ. ενισχυμένο πολυέστερ). Το 1968, ο ιταλικός χημικός κολοσσός Kartell, την βάζει σε μαζική παραγωγή. Η πλαστική μονομπλόκ, χωρίς να έχει πρωτότυπα διπλώματα ευρεσιτεχνίας (όπως έχουν οι αναπτήρες, τα τσιγάρα, οι συνδετήρες κ.λ.π.). -αφού κανείς δεν παρουσιάστηκε ως αποκλειστικός «εφευρέτης» της-  εξαπλώνει την παραγωγή της σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Photo by Flickr user Bjørn Giesenbauer

Η ελληνική περίοδος του «πλαστικού θαύματος» είναι τα ‘50s, με αποκορύφωμα τα ‘60s, όπου τα δύσχρηστα αντικείμενα καθημερινής χρήσης, αντικαθίστανται σταδιακά από τις οικονομικές και σίγουρα πιο όμορφες πλαστικές ρέπλικές τους. Το πλαστικό λατρεύεται από τον εγχώριο κινηματογράφο και γρήγορα αποθεώνεται και από την τηλεόραση. Ο νεόκτιστος – τότε – «Αστέρας Βουλιαγμένης» εισάγει την πλαστική καρέκλα στο πράσινο χρώμα της Kartell και απευθύνει αίτημα για περισσότερες τρύπες ώστε η απορροή των νερών και το στέγνωμα να γίνονται πιο γρήγορα. Η μαζική παραγωγή πλαστικών οικιακής χρήσης από ελληνικές εταιρείες (βλ. «Φιλικοπλάστ», «Βιοντράκ», «Βιοκάζ») φτάνει τους 20.000 τόνους ετησίως. Το κοκκοποιημένο πολυπροπυλένιο μπορεί να γίνει μονομπλόκ καρέκλα σε λιγότερα από 60 δευτερόλεπτα και ένα μόνο μηχάνημα μέσα σε έναν χρόνο μπορεί να παράξει πάνω από 500.000 τεμάχια.

ΤΑ ΥΠΕΡ-ΑΤΟΥ ΤOY “LIFE IN PLASTIC, IT’S FANTASTIC”

Η λευκή πλαστική καρέκλα είναι το πιο επιτυχημένο έπιπλο του σύγχρονου πολιτισμού κι ο πληθυσμός της πιθανότατα ξεπερνάει το ποσό που ορίζεται ως ανθρωπότητα. Είναι δημοφιλέστατες και τις συναντάς παντού: από σχολεία και νοσοκομεία, μέχρι παραλίες και γήπεδα, από σπίτια συνταξιούχων μέχρι αυλές μεγαλοαστών. Αντέχουν σε πλημμύρες, τσουνάμια, τυφώνες και σεισμούς. Αντέχουν στο χιόνι και στον καυτό ήλιο. Αντέχουν στις αταξίες των παιδιών και στα κιλά των υπέρβαρων. Σου είναι χρήσιμη γιατί είναι ευέλικτη.

Οι μοντερνιστές κάποτε αναζήτησαν την τέλεια καρέκλα: αυτή που με τον λιγότερο δυνατό κόπο θα σου δώσει τα περισσότερα πλεονεκτήματα. Οι λόγοι του παγκόσμιου θριάμβου της; Κατασκευάζεται από ένα κομμάτι πλαστικό σε ένα μόνο βήμα εργασίας. Είναι πανάλαφρη και συγχρόνως σταθερή. Είναι στοιβαζόμενη και σου επιτρέπει να εξοικονομείς χώρο. Είναι αδιάβροχη και πλενόμενη. Είναι ακίνδυνη και προσιτή, τόσο σε παιδιά, όσο και σε υπερήλικες. Είναι τόσο ανθεκτική που μοιάζει αδύνατον να καταστραφεί από την καθημερινή χρήση. Είναι πραγματικά αναπαυτική.

Αν και υπάρχει ισχυρός αντίλογος γι’ αυτό, οι περιβαλλοντικές ενοχές που σου δημιουργεί, την κάνουν οικολογική. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν την αποχωρίζεσαι εύκολα και …συζείτε μαζί για πολλά χρόνια.  Το αδιαμφισβήτητο αβαντάζ της είναι η τιμή. Το ότι κάποτε αυτό το αντικείμενο κόστιζε 50 δολάρια και σήμερα μπορείς να το αποκτήσεις με 5 ευρώ μοιάζει με θαύμα, που για τις προηγούμενες γενιές δεν θα ήταν παρά μια επιστημονικής φαντασίας υπόσχεση. Αυτό το ατού την κάνει από πλευράς πρακτικότητας την «καλύτερη καρέκλα της ιστορίας». Είναι αξιόπιστη: η πιο διάσημη καρέκλα του Πλανήτη δεν θα σε προδώσει ποτέ ως προς αυτά που σου υπόσχεται, παρόλο που μπορείς να την αποκτήσεις με πολύ χαμηλό αντίτιμο.

ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΟ ΜΙΣΟΣ;

Με τη ραγδαία εξάπλωσή της κατά τη δεκαετία του ’80, ξεκινάει και ο αντίλογος σε σχέση με τις περιβαλλοντικές συνέπειες που μπορεί να έχει η διασπορά και η κατασκευή της. Παράλληλα, η αφομοίωσή της από τα λαϊκά στρώματα δημιουργεί και τα κυκλοθυμικά μας αισθήματα απέναντί της.

Ενώ την χρησιμοποιούμε συχνά, συγχρόνως την σνομπάρουμε επιδεικτικά. Τη θεωρούμε κιτς σύμβολο και ουδεμία επιθυμία δεν έχουμε να ταυτιστούμε μαζί της. Με λίγα λόγια: την γλεντήσαμε κι έπειτα την παρατήσαμε. Την απολαύσαμε και δεν την υμνήσαμε ποτέ γι’ αυτό. Στη χώρα μας, καθώς δεν πρόλαβε να συνδεθεί με τον Μοντερνισμό, συνδέθηκε με την παρακμή του. Συμβολοποιήθηκε από τα μεσαία στρώματα, έγινε το εμβληματικό καλοκαιρινό τους αντικείμενο. Έγινε για εμάς ένα σήμα κατατεθέν που μπήκε παρασιτικά στις ζωές μας.

Καθώς η εποχή του εκδημοκρατισμού του design πέρασε, ο καιρός που θεωρούνταν περιζήτητη έδωσε σειρά στον τωρινό καιρό της απαξίωσής της. Ο πλαστικός μη ανακυκλώσιμος (;) όγκος της, μας τρομάζει. Αν και light, τα υλικά της δεν μπορούν να χωνευτούν εύκολα από το στομάχι της Γης.

Monobloc’s at Manila´s Metropolitan Museum (Photo from postcool´s flickr.)

Οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί εναντίον της βρίσκουν ακόμη και ιδεολογικό υπόβαθρο, καθώς, η παγκοσμιοποίηση που την ανέθρεψε, την έκανε συνυπεύθυνη για την καταστροφή της επί μέρους τοπικής κουλτούρας. Οι φτωχοί του πλανήτη βρήκαν πάνω της την αναπαράσταση των προσδοκιών τους, με αντίτιμο που η τσέπη τους να μπορούσε να αντέξει.

ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΤΑ ΒΡΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΤΗΣ…

Αν και από μόνος του ο νευραλγικός της ρόλος στο ελληνικό καλοκαίρι, θα έφτανε για να κάνουμε ειρήνη μαζί της, χρειάζεται να ανατρέξουμε σε πιο νοσταλγικές απηχήσεις για να την υπερασπιστούμε.

Στη μονομπλόκ αρέσει να κάνει παρέα με λέξεις όπως «βεράντα», «φραπές», «παραλία», «πανηγύρι». Τη μονομπλόκ όλοι τις γνωρίζουν, αλλά κανείς δεν παραδέχεται με περηφάνια ότι έχει «πάει» μαζί της. Κανείς δεν ξέρει αν πρέπει να την αγαπά, παρόλο που έχουν ζήσει πολύ έντονες στιγμές μαζί. Είναι πολύ αθώα, πολύ φθηνή και δεν σου κάνει νάζια. Γι’ αυτό ποτέ δεν θα καταφέρει να σε κάνει να «κολλήσεις» μαζί της. Η μονομπλόκ σ’ αφήνει ελεύθερο να προβάλεις πάνω της όλες τις προσδοκίες σου, όλες τις δικές σου ερμηνείες του περιβάλλοντος χώρου και των ανθρώπων γύρω της. Η μονομπλόκ δεν είναι προκατειλημμένη. Η μονομπλόκ δεν είναι πια νέα. Κι ούτε γριά. Είναι -πια- παραδοσιακή. Και δεν θα σε προδώσει ποτέ.

Υ.Γ.: Οι καλοκαιρινές μας αναμνήσεις θα ήταν πιο ασαφείς χωρίς αυτές. Μην την βγάζετε έξω από τις καλοκαιρινές σας φωτογραφίες.