Φανταστικές ιστορίες, με φανταστικούς ταξιτζήδες και φανταστικούς επιβάτες.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Πρώτη μέρα στο ταξί…

Είμαι στην πιάτσα της Φωκίωνος και ψαρωμένη -καινούρια γαρ- περιμένω καρτερικά να έρθει η σειρά μου, μπας και βγει το μεροκάματο. Ελπίζω σε έναν πελάτη που να ξέρει ακριβώς που πάμε και πως, γιατί το GPS έβγαλε πρόβλημα και όσο και να το βαράω στο ταμπλώ, δεν στροφάρει.

Ο μπροστινός επιβιβάζει και ξεμασκάρει, έτσι, την ομορφιά μιας μελαχρoινής με μπόλικες σακούλες στα χέρια. Μπαίνει.

Τι παράξενη κοπέλα είσαι εσύ…

«Καλησπέρα. Θέατρο Ήβη», λέει και μυρίζει ξαφνικά το ταξί σαν το Hondos Center της Ομόνοιας.
«Γεια σου κοπελιά. Εγώ, ξέρεις, δεν είμαι ταξιτζού, το κάνω από ανάγκη, για να συμπληρώσω λίγο το εισόδημα, και κάπως αυτό το σκατομηχάνημα με πρόδωσε σήμερα, και χωρίς GPS δεν πας πουθενά τη σήμερον ημέρα…», ψελλίζω.

Με κόβει η φωνή της: «Ναυσικάάάάάά…. Ναυσικάάάά….».

«Χάρηκα», της λέω. Και της δίνω το χέρι. Και τι να δω; Το μελαχροινό κορίτσι άρχισε να μεταμορφώνεται! Άρχισε να ξανθίζει, να γουρλώνει τα μάτια με τρόπο απίθανο -που όμως κάπου έχω ξαναδεί-, να μου κάνει συγχρόνως νάζια, λέγοντας: «Θα σας πάω εγώ, κυρία μου. Ξεκινήστε, παρακαλώ!».

Πιάνουμε Πατησίων, την κοιτάζω απ’ τον καθρέφτη, μοιάζει αγχωμένη, χαμηλώνω στο ραδιόφωνο τον «Music 89.2», απλώνω μπράτσο στο διπλανό κάθισμα και με το πρώτο κόκκινο φανάρι, γυρίζω, την κοιτάω απότομα στα μάτια και-
«Σε λένε Λίζα.»

«Ναι», μου απαντάει, λες και της ξέφυγε. Την έπιασα στα πράσα.

Άκου, Λίζα…

«Ήμουν σίγουρη!», περηφανεύομαι. «Λοιπόν, άκου Λίζα. Σε εμπλέκουν σε μια ιστορία με τον Λάκη Λαζόπουλο. Και τον Ορέστη Τζιόβα. Τους ξέρεις;»

«Δεν μου λένε τίποτα αυτά τα ονόματα», μου λέει και συνεχίζω απτόητη.

«Επιστρέφεις τον Οκτώβριο, λέει, διακόπτοντας τις διακοπές με τον κύριο Δημήτρη Παπαδόπουλο και ξαναρχίζεις κάπου στου Ψυρρή, τα …Χτυποκάρδια του κυρ Αλέκου. Γνωρίζεις κάτι επ’ αυτού;»

«Δεν έχω να δηλώσω τίποτα», μου λέει η αθώα περιστερά, που πολύ πονήρω μου φαίνεται για να την πιστέψω.

«Θα ξαναγραφτείς, δη​λαδή, στην τελευταία τάξη; Πας καλά Λίζα; Για να δω το λαιμό σου… Για πες τριαντατρία! Ξανά τριαντατρία… Ξέρω τι θα μου πεις… Σου λείπει το σχολείο. Μα σοβαρολογείς; Γι αυτό έλεγες πριν «Ναυσικάααα»; Κάνεις πρόβα, Λίζα; Θέλεις πάλι τον καθηγητή Νικητέα με τα βασανιστήριά του; Σου έλειψε ο γυμνασιάρχης Οικονομίδης; Ο κ. Λάβδας με το προφιτερόλ του; Το πρωινό ξύπνημα από την Τασία; Η Τριγωνομετρία; Λίζα συγκεντρώσου, σε παρακαλώ!!!».

Φρενάρω απότομα, της φεύγει το καπέλο, χύνεται το περιεχόμενο απ’ τις τσάντες, τραντάζεται ολόκληρη, δεν με βρίζει, δόξα τω Θεώ, μου χαμογελάει ναζιάρικα, ξαναβρίσκω τον έλεγχο και θάρρος…

«600.000 άνθρωποι σου έκαναν, τότε, παρέα και βάλε πόσες χιλιάδες χιλιάδων στις επαναλήψεις… Θα πας τώρα να χαλάσεις τις διακοπές σου στην Πόλη για λίγους ακόμη; Οι διακοπές είναι ιερό πράγμα, Λίζα. Σεβάσου τις!»

Τικ τακ και τικ τακ

Τέλος διαδρομής…

Μπαίνουμε Ψυρρή και η φωνή της μου λέει: «Δεξιά στη Σαρρή!».

Σωπαίνω. Άμα πεισμώνει ένας άνθρωπος, δεν του αλλάζεις τη γνώμη με τίποτα. Φτάνουμε. Με πληρώνει με δραχμές. Την χαιρετώ.

«Δε συστήθηκα.​», της λέω,​ «Γιαδικιάρογλου. Από το παλιό σου το σχολείο. Έχεις φιλιά και από τις Πολυχρονοπούλου, Ξανθοπούλου και Λαζάρου. Καλή τύχη…»

Βγαίνει, κάνει να απομακρυνθεί, αλλά γυρίζει και μου λέει απ’ το κατεβασμένο παράθυρο.

«Κατερίνα Γερονικολού με λένε».

«Δεν πιστεύω να θέλεις απόδειξη, Κατερίνα​, έτσι;​»

info:

Τον Οκτώβριο, ανεβαίνει στο Θέατρο Ήβη, η θεατρική μεταφορά της ταινίας του Αλέκου Σακελλάριου «Χτυποκάρδια στο θρανίο», σε σκηνοθεσία Λάκη Λαζόπουλου, με την Κατερίνα Γερονικολού και τον Ορέστη Τζιόβα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Χόρευε τουίστ κι όλα θα πάν’ καλά.