Επιστρέφω για λίγο στο 2001 και ανοίγω το βιβλίο στη σελίδα 3…

«Ovidius Poeta In terra pontica exulat»

Η καθημερινότητα ενός μαθητή λυκείου στα βορειοανατολικά προάστια των αρχών της περασμένης δεκαετίας ήταν φαινομενική απλοϊκή: Ένα ζευγάρι φαρδιά παντελόνια, μια μπλούζα fubu/Νο Fear και ένα discman, μπορούσαν να δώσουν μια «edgy» οπτική στο ντύσιμο σου. Τα Village Cinemas στο Μαρούσι ήταν το απόλυτο μέρος για να βγεις ραντεβού ή έστω να αράξεις με την παρέα σου, ενώ και η καφετέρια West της Αγίου Ιωάννου στην Αγία Παρασκευή, με κάτι πομπώδη καφετιά props που έμοιαζαν με όρη στην Άγρια Δύση, μάζευε τα ενδιαφέροντα, τα ψαγμένα άτομα του 1ου Λυκείου Παλλήνης που υπήρξα μαθητής.

Ο Γιώργος Λεμπέσης με το «Η Αγάπη Βλάπτει Σοβαρά», οι Bomfunk MCs με το «Freestyler» (Γουακαμακαφον), οι NSync με το «Pop» και οι Antique της Έλενας Παπαρίζου, ήταν οι pop μουσικές αναφορές της εποχής, ενώ οι πιο ψαγμένοι ακολουθούσαν τα γοτθικά όνειρα του Γιάννη Αγγελάκα -frontman των Τρυπών- στο ηχογράφημα που είχε πάρει το όνομα «Γιορτή».

Η εποχή όπου ζητούμενο των Πανελληνίων εξετάσεων ήταν το να δώσεις 9-10 μαθήματα μαζί με άλλα 5 των ενδοσχολικών εξετάσεων, δεν ήταν καθόλου απλοϊκή. Κατά μέσο όρο 5-6 ώρες φροντιστηριακών μαθημάτων προσθέτονταν σε καθημερινή βάση στο 7ωρο του σχολείου, μεταμορφώνοντας τους περισσότερους από εμάς -και τον γράφοντα- σε ένα κινούμενο ζόμπι. Ήταν τεχνικά αδύνατο να βρίσκεσαι στο μάθημα με το σώμα και το μυαλό ταυτόχρονα. Ειδικά τις πρώτες ώρες των περισσοτέρων ημερών, κάτι θα απουσίαζε. Εγώ τις πρώτες ώρες προτιμούσα να βλέπω πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές: Η φωνή του Φώτη Σεργουλόπουλου και της Μαρίας Μπακοδήμου από το μαγκαζίνο τους, ακούγονταν στα αυτιά μου σαν νοβοκαΐνη για τη ψυχή. Προτιμούσα να ακούω τον Φώτη να προλογίζει ένα ρεπορτάζ για το άνοιγμα του χειμερινού Privilege στην Παραλιακή, την Μαρία να μιλάει για το πόσο μοιάζει το «Υποφέρω» της Βανδή με γνωστό κομμάτι των Faithless, από το να βρίσκομαι στο σχολείο, στην τάξη, στις πρώτες ώρες των μαθημάτων.

Τι συνέβαινε στις πρώτες ώρες

Οι Δευτέρες ήταν ένα σκληρό πορνό: Ξεκινούσαν με 2 ώρες Άλγεβρα. Όπου ο καθηγητής έμπαινε στην τάξη -με άπλυτα δόντια- έγραφε με την κιμωλία εξισώσεις στον πίνακα και με βροντερή φωνή, καλούσε εθελοντές για να τις λύσουν. Οι Τρίτες είχαν μετάφραση και συντακτικό αρχαίων, ευκολάκι δηλαδή, καθώς υπήρχαν σημειώσεις φροντιστηρίου από το προηγούμενο βράδυ και γινόταν ένα copy-paste στα τετράδια του σχολείου (συχνά δεν γινόταν ούτε αυτό). Η Τετάρτη όμως ήταν η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ μέρα. Με Λατινικά, 2 ώρες στην αρχή της μέρας ΚΑΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ στο τέλος. Ο κύριος Μ. ήταν ο καθηγητής μας. Ένας άνθρωπος που είχε να αλλάξει παντελόνι από τον Σεπτέμβριο του ’81, όταν το ΠΑΣΟΚ είχε πάρει τις εκλογές. Ο κύριος Μ. ήταν μια ψυχρή πολιορκητική μηχανή. Ένα «καλημέρα σας» κρατούσε τα προσχήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και από τη στιγμή που καθόταν στο γραφείο, ρομποτικά σχεδόν, ξεκινούσε τον ψαλμό:

«Aeneas filius Anchisae est. Patria Aeneae Troia est. Graeci Troiam oppugnant et dolo expugnant. Aeneas cum Anchisa, cum nato et cum sociis ad Italiam navigat. Sed venti pontum turbant et Aenean in Αfricam portant. Ibi Dido regina novam patriam fundat. Aeneas reginae insidias Graecorum renarrat. Regina Aenean amat et Aeneas reginam.»

Και ξαφνικά πατούσε παύση… Τελεία… Και έκανε την ερώτηση-μύθο:

«ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ; ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΕΣΥ;»

(όντως με αποκαλούσε Γιαννάκη. ΓΙΑΝΝΑΚΗ)

Εκείνη τη στιγμή η πρόκληση ήταν μία: Να έχεις αντέξει. Να έχεις κρατήσει τα μάτια σου ανοικτά. Να έχεις καταφέρει να κάνεις φορμάτ στο μυαλό σου, ώστε να μπορείς να μιλήσεις λατινικά και η γλώσσα να πηγαίνει ροδάνι, γιατί διαφορετικά ο κύριος Μ. θα διόρθωνε την άρθρωση σου, τις καταλήξεις των λέξεων σου, γιατί άλλο να διαβάζεις «ΚΒΙΜΟΥΣ» και άλλο να διαβάζεις «ΚΒΙΜΠΟΥΣ». Έδινες δικαιώματα με τέτοια λάθη στην ελληνό-λατινική κοινότητα.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς κατάφερνα να κρατάω τα μάτια μου ανοικτά τις ώρες των λατινικών. Πώς μέσα από τον εφηβικό μου workaholism, κατάφερνα να δίνω αποθέματα προσοχής στον Κύριο Μ. και πώς τελικά έμαθα να κλίνω τους αρχικούς χρόνους των ρημάτων exulo, desidero, sum (fui-esse), desidero (desideravi-desideratum) και πώς στο διάολο θυμάμαι αυτή την πληροφορία και γράφω γι` αυτή. Το βέβαιο είναι πώς τα Λατινικά δεν χρησίμεψαν σε εμένα και σε κανέναν άλλο μαθητή εκείνης ή της νεότερης εποχής, σε τίποτα. Εκτός από το γεγονός, ότι έμαθα να κρατάω τα μάτια μου ανοικτά, ακούγοντας και διαβάζοντας κάτι, που δεν είχε απολύτως κανένα ενδιαφέρον. Ή να διαβάζω Αστερίξ!