Ο Θάνος Μικρούτσικος σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, με τον Αντώνη Μποσκοΐτη για την εκπομπή BOSKO στο RISE TV.

Έχει διατελέσει έναν πολύ σημαντικό παράγοντα συνεισφοράς στην ελληνική μουσική και το έργο του είναι λίγο – πολύ γνωστό σε όλους.  Έκανε το ντεμπούτο του στη μουσική σκηνή το 1975 με τον πρώτο του δίσκο, «Πολιτικά Τραγούδια» και αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας ένδοξης πορείας, που δεν άργησε να έρθει. Έχει συνεργαστεί με κορυφαίους καλλιτέχνες, όπως με τον Μανώλη Μητσιά, τον Δημήτρη Μητροπάνο, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Χρήστο Θηβαίο, τον Γιάννη Κούτρα, την Χάρις Αλεξίου, την Μαρία Δημητριάδη, την Ιταλίδα Μίλβα και πολλούς άλλους, αλλά και με πολλούς Έλληνες και ξένους σκηνοθέτες γράφοντας μουσική για δεκάδες θεατρικά έργα!

Ποια είναι, όμως, τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου του και ποιες οι επιρροές της μουσικής του;

«Το φάσμα της μουσικής μου είναι πολύ μεγάλο. Ξεκινάει από το τραγούδι. Το απλό, το πιο σύνθετο τραγούδι, έργα βασισμένα στο τραγούδι, τα περνάει από το θέατρο, πάει στη λεγόμενη κλασική μουσική και συνεχίζει ακόμα και στην πειραματική μουσική, με μερικά ίχνη jazz και rock. Μέχρι τα 30 μου αναρωτιόμουν μήπως αυτή η ενασχόληση με τόσα διαφορετικά είδη, γινόταν επειδή ήθελα να αποδείξω, ότι μπορώ να τα κάνω όλα, πράγμα που θα ήταν άσχημο και εγωιστικό. Μετά κατάλαβα, ότι υπήρχαν βαθύτερες αιτίες, που ξεκινάνε από τα παιδικά μου χρόνια, που ξεκίνησα να κάνω μουσική και άρχισα να περιέχω τον Beethoven, τον Mozart, ενώ στην εφηβεία άρχισα να «φέρνω στο σπίτι» τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη. Οπότε, υπήρχαν αυτά τα στοιχεία που όταν ξεκίνησα την επαγγελματική μου πορεία, άρχισαν να βγαίνουν ανάλογα με τις ανάγκες μου και με το τι είχα στην καρδιά μου.»

Ποια είναι η σχέση του με τον κόσμο και πώς εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου;

«Με τον κόσμο δεν έχεις μια σχέση που είναι αναλλοίωτη από την αρχή μέχρι τέλους. Αλλάζει! Και πρέπει να αποδεικνύεις, ότι επικοινωνείς μαζί του σε βάθος μέσω της τέχνης. Για μένα είναι ένα καινούργιο παιχνίδι κάθε φορά!»

Τι σχέση έχει ο ίδιος με την πολιτική εξουσία και πώς μπορεί αυτή να επηρεάσει έναν καλλιτέχνη;

«Η πάσης φύσεως εξουσία φθείρει και είναι αδύνατον να μην σε επηρεάσει σε κάποιο βαθμό. Πιστεύω, ότι ο κάθε άνθρωπος, είτε ο πολιτικός, είτε ο καλλιτέχνης που έχει κάποιο όραμα, είναι ένας ακροβάτης. Και είμαστε όλοι ακροβάτες. Σχοινοβατούμε σε τεντωμένο σχοινί. Υπάρχει περίπτωση να μην έχει υπάρξει τα τελευταία 400 χρόνια σχοινοβάτης που να μην έχει πέσει; Άρα, το στοίχημα δεν είναι να κρατηθείς καλά, για να μην πέσεις. Θα πέσεις πολλές φορές. Το στοίχημα έγκειται στο να σηκωθείς και να συνεχίσεις. Γιατί αν πέσεις και μείνεις εκεί, αλλοτριώθηκες και σε ρούφηξε το σύστημα, όπως έχουμε δει χιλιάδες φορές να γίνεται αυτό. Αν ρωτάς εμένα, θα σου πω, ναι έπεσα, αλλά αυτή τη στιγμή είμαι 71 ετών και είμαι όρθιος!»

Ποια είναι η σχέση του μουσικοσυνθέτη με την πολιτική;

«Πολιτικοποιημένο πρόσωπο ήμουν από τα παιδικά μου χρόνια. Την πρώτη φορά που διαδήλωσα, ήμουν 9 χρονών έξω από το Βρετανικό Προξενείο για τα θέματα της Κύπρου και ήμουν μούσκεμα από την Πυροσβεστική που μας κατάβρεξε. Ήμουν πολιτικοποιημένος και στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο και στο Πανεπιστήμιο και όταν απέκτησα δημόσιο λόγο, επίσης, έπαιρνα θέση ανάλογα με την εποχή για τα πολιτικά θέματα. Από το 1975 που έγινα γνωστός είχα πάρα πολλές προτάσεις από την αριστερά και τον ευρύτερο χώρο της, για να κατέβω υποψήφιος Δήμαρχος, Ευρωβουλευτής, Βουλευτής κλπ. Μέχρι και το 93′ δεν δεχόμουν, όχι γιατί υποτιμούσα τη δουλειά που μπορεί να κάνει ένας πολιτικός με όραμα, αλλά θεωρώντας, ότι εγώ έχω μεν τις απόψεις μου, αλλά η δουλειά μου είναι άλλη. Μ’ ενδιαφέρει η μουσική και μ’ ενδιαφέρει να εκφραστώ μ’ αυτόν τον τρόπο.»

Πώς έβλεπε την ενασχόληση του αδελφού του, Αντρέα Μικρούτσικου με την τηλεόραση;

«Του είχα πει πάρα πολλές φορές, ότι ήταν κάτι που εμένα τουλάχιστον δεν μου πήγαινε και αυτό γιατί ήξερα, πως ο Αντρέας στο θέμα της ευρύτερης παιδείας ήταν πολύ παραπάνω από αυτό που κατέληξε να κάνει.»

Έχει αντιμετωπίσει ποτέ προβλήματα στην ισορροπία μεταξύ της προσωπικής και της καλλιτεχνικής του ζωής;

«Αναμφισβήτητα η δουλειά μας έχει τίμημα. Τίμημα και απέναντι στα παιδιά μας και απέναντι στο γάμο σου, γιατί η μέρα έχει 24 ώρες και όσο και να προσπαθείς να τραβήξεις το χρόνο, αυτός φεύγει γρήγορα. Άρα, λοιπόν, άδραξε τη στιγμή. Μην την αφήσεις να πάει χαμένη. Διεύρυνε τις γνώσεις σου, μάθε περισσότερα. Ζήσε τη ζωή σου! Με αγαπητικό τρόπο και άνευ ηλίθιων ανταγωνισμών. Αυτό μου δίδαξε η ζωή! Το μότο μου είναι, ότι για να σταματάς αυτόν τον περίφημο χρόνο που στο τέλος θα γίνει θάνατος, πρέπει να ρουφάς κάθε στιγμή. Και αυτό το έχω καταφέρει!»

Πώς έχει αλλάξει η ζωή του, τώρα που έχει έρθει αντιμέτωπος με τον καρκίνο;

«Όλα αυτά θα τα έλεγα και πριν με τον ίδιο τρόπο. Απλά τώρα κάποια πράγματα έσφιξαν περισσότερο. Δηλαδή, είναι μεγάλο ζόρι να λες, ευγνωμονώ τον καρκίνο. Δεν τον ευγνωμονείς. Τον μισείς. Δεν θέλεις να υπάρχει, αλλά από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι πλησίασα μέσα από αυτήν την κατάσταση, τη σχέση με τη γυναίκα μου στο όριο του απόλυτου, με κάνει απίστευτα ευτυχισμένο. Ενδέχεται, χωρίς αυτήν την ασθένεια, αυτό να μην είχε συμβεί.»

Τι σημαίνει γι’ αυτόν ο χρόνος και πώς τον αντιμετωπίζει;

«Ο χρόνος είναι ένας πάρα πολύ ψηλός πυγμάχος, με τον οποίο πυγμαχείς. Δεν μπορεί να στοιχηματίσει κάποιος ποιος θα κερδίσει στον 15ο γύρο. Αυτός θα κερδίσει! Τον κερδίζεις, όμως, σε κάθε γύρο; Αυτή είναι η μαγκιά! Να του αλλάξεις τον αδόξαστο τουλάχιστον στους 14 γύρους.»

Τι ήταν αυτό, που αγάπησε περισσότερο στη ζωή και στην τέχνη;

«Πολλά πράγματα αγάπησα. Αγάπησα κάτι που δεν θα βρω ποτέ, την ουτοπία. Μια κοινωνία που δεν θα βρω ποτέ, στην οποία ο άνθρωπος θα μπορεί να αυτοπραγματωθεί. Γιατί, σ’ αυτές τις καταπιεστικές και εκμεταλλευτικές κοινωνίες, ο άνθρωπος δεν αυτοπραγματώνεται. Είναι δέσμιος του κυνηγητού, για να μπορέσει να ζήσει και 24 ώρες να δουλεύει. Αγάπησα και τους δικούς μου ανθρώπους, αλλά αγάπησα και τα παιδιά των ανθρώπων που ίσως δεν γνώρισα. Έχω μια παθολογική αγάπη στα παιδιά και κυρίως σε κάθε νέα γενιά, με όλες τις δυσκολίες που αναγνωρίζω, ότι έχει, γιατί θεωρώ ότι αυτή είναι η ελπίδα για το μέλλον. Αγάπησα τη μουσική με πάθος, η οποία ταυτίστηκε με τη ζωή μου. Αγάπησα το πιάνο, που έγινε η προέκταση του κορμιού μου. Όταν παίζω τους «7 νάνους», ο κόσμος νομίζει, ότι με βλέπει. Θέλω να τους πω, ότι δεν βλέπουν εμένα και το πιάνο. Νομίζουν, ότι το βλέπουν, γιατί από την ώρα που αρχίζω, εγώ έχω πάρει το πιάνο και ίπταμαι! Απλώς, έρχομαι μετά για το χειροκρότημα.»

Ποιες είναι οι σκέψεις του για την συναυλία του στις 7 και 8 Ιουνίου στο Θέατρο Βράχων στο Βύρωνα και πώς προέκυψε ο τίτλος, «όσοι περπάτησαν μαζί μου»;

«Αφορά δύο πόλους. Αφορά και τον κόσμο, αλλά και τους συνεργάτες μου και τους τραγουδιστές. Δεν περπάτησε μαζί μου όλη η Ελλάδα. Περπάτησε, όμως, πάρα πολύς κόσμος και σε διαφορετικές γενιές. Όταν έχεις επηρεάσει τη ζωή των ανθρώπων, πώς να μην αγαπήσεις και αυτούς τους ανθρώπους και την ίδια τη ζωή;!»

Παρακολουθήστε ολόκληρη τη συνέντευξη του Θάνου Μικρούτσικου, στην εκπομπή BOSKO και τον Αντώνη Μποσκοΐτη:

BOSKO | Θάνος Μικρούτσικος (Πρώτο Μέρος)

BOSKO | Θάνος Μικρούτσικος (Δεύτερο Μέρος)