«Οι ποιητές είναι οι απαρηγόρητοι παρηγορητές του κόσμου».

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Δέκα μέρες μετά την τραγωδία, αυτό που μπορεί να εξάγει κανείς, μεταξύ άλλων, ως συμπέρασμα από τα social media, είναι πως στις τραγικές στιγμές, μεγάλο ποσοστό των χρηστών, επικαλείται την τέχνη και πιο συγκεκριμένα την ποίηση και τη ζωγραφική. 

Δεκάδες posts με στίχους, πολλοί απ’ αυτούς συνδυασμένοι με ένα έργο τέχνης, εξέφρασαν με πυκνό τρόπο όσα ο χρήστης αδυνατούσε να εκφράσει με δικά του λόγια. Θυμός, αδικία, πίκρα, ματαίωση, φόβος, φρίκη, πόνος, αλληλεγγύη και ελπίδα. Συναισθήματα που προσπάθησαν να εκτονωθούν συμπλέοντας με το μεγάλο καράβι της socialmediaκης λύπης.

Η ποίηση βοήθησε αρκετούς αυτές τις μέρες. Αρκετούς απ’ τους θεατές, φυσικά, και όχι από τα θύματα της καταστροφής ή όσους την έζησαν με πιο άμεσο τρόπο. Με κάποιον τρόπο νιώσαμε πως η ποίηση ξορκίζει το κακό. Πως γίνεται φάρμακο, βάλσαμο και παρηγοριά.

«Σαν πύρινη ρομφαία που διαπερνάει την καρδιά, το ασάλευτο πτώμα αναστατώνει τα πάντα γύρω του καθώς μπάζει αναπάντεχα λίγη ανεπιθύμητη αιωνιότητα μέσα στο σπίτι», Κωστή Παπαγιώργη, «Ζώντες και τεθνεώτες»,

Γιατί το ένστικτό μας μας έστρεψε προς αυτήν;

Τα ποιητικά μας αντανακλαστικά μας έδωσαν την ευκαιρία να αφεθούμε στα συναισθήματα των στίχων. Εκεί όπου περιγράφονται πράγματα πέρα από τη λογική σειρά των λέξεων κι εκεί που όλα όσα δεν χωράει ο ανθρώπινος νους, μπαίνουν σε πολυεπίπεδες τροχιές, συχνά υποσυνειδησιακές. Ο πόνος για να εκτονωθεί πρέπει να βρίσκει μια δίοδο, έστω στο ελάχιστο, λογική. Μια κατανοητή λειτουργία. Κι η ποίηση είναι μια φόρμα.

Σκεφτείτε τα ήθη και τα έθιμα. Κι αυτά, ως φόρμες, σε μια συνθήκη, ας πούμε, γάμου ή θανάτου, δίνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η μεγάλη χαρά ή ο μεγάλος θρήνος και το πένθος. Το στρώσιμο του νυφικού κρεβατιού ή ο καφές μετά την κηδεία είναι οι φόρμες μέσα στις οποίες το συναίσθημα κινείται πιο μεθοδικά, πιο ομαλά.

Έτσι κι οι στίχοι. Είναι οι δρόμοι που χάραξαν κάποιοι άλλοι για να βαδίσει πάνω πότε ο έρωτας και πότε ο πόνος.  

Γιατί τόση οργή για όσους μίλησαν με στίχους;

Εκείνοι στους οποίους υπερίσχυσε ο θυμός από τη λύπη, έστρεψαν τα βέλη τους ενάντια σ’ αυτούς που πόσταραν και ξαναπόσταραν «ποιητικές αρλούμπες», θεωρώντας πως η εκτόνωση των συναισθημάτων μ’ αυτόν τον τρόπο, μειώνει την δυναμική τους στάση απέναντι στους «εγκληματίες» που μας έφεραν μπροστά σ’ αυτό το κακό. Λες και υπάρχουν δύο δρόμοι, η «ποίηση» και ο «ξεσηκωμός». Λες και δεν υπήρξαν ποτέ σ’ αυτόν τον κόσμο (πόσο μάλλον σ’ αυτή τη χώρα), επαναστάτες ποιητές και στρατευμένη τέχνη.

Πάνω στ’ αποκαΐδια, είναι αλήθεια, δεν έχεις και πολλά να πεις. Όμως, όπως έγραψε κι ο Ρίτσος σ’ ένα ποίημά του: «Οι ποιητές είναι οι απαρηγόρητοι παρηγορητές του κόσμου». Κι αν κάποιος έχει ανάγκη μια τέτοια παρηγοριά, κανείς δεν έχει δικαίωμα να τον κρίνει.

Αλλάζουν οι στίχοι τον κόσμο;

Δεν ξέρω αν μέσα από τέτοιου είδους συναισθηματικές παρορμήσεις, όπως αυτή η ποιητική θύελλα που ξέσπασε στα φράσεις-οδηγούς, να ‘χεις να πορεύεσαι. 

Η ποίηση, για κάποιους, είναι κάτι σαν προσευχή. Και οι προσευχές απαιτούν πάντα σεβασμό. «Είμαστε όλοι από το ίδιο ύφασμα. Η μοναδική μας θρησκεία και ηθική είναι οι νεκροί και η προσευχή είναι ένας τρόπος να τους θυμόμαστε.», Κωστή Παπαγιώργη, «Ζώντες και τεθνεώτες»