Φανταστικές ιστορίες, με φανταστικούς ταξιτζήδες και φανταστικούς επιβάτες.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Το κορίτσι με τα μαύρα, μπήκε σχεδόν μπροστά στις ρόδες του ταξί, στην προσπάθειά της να με σταματήσει. Οδηγούσα απορροφημένη σε σκέψεις (ενοίκια, λογαριασμούς, ΕΝΦΙΑ, δόσεις και τα συναφή), επιστρέφοντας από μια κούρσα Αεροδρόμιο – Εύβοια (!) και παραλίγο να την πατήσω.

ΕΓΩ: Καλησπέρα πού πάτε;

ΕΚΕΙΝΗ: Εσείς τι μου προτείνετε;

(Ωχ… σε τρελή έπεσα… Φοράει κι αυτά τα τεράστια μαύρα γυαλιά, μες στη συννεφιά. Μήπως να την αποχαιρετήσω; Δε μου φαίνεται πολύ σόι…)

ΕΓΩ: Πάτε Αθήνα;

ΕΚΕΙΝΗ: Αθήνα, ε; Ωραία ιδέα. Ναι, εκεί πάω. Είναι και κοντά στο Παρίσι. Έτσι δεν είναι;

ΕΓΩ: Όπως το δει κανείς.

(Α… καλά…)

ΕΓΩ: Περάστε.

(Βολεύεται στο πίσω κάθισμα και βγάζει τα γυαλιά της. Έχει αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και μάλλον φοβισμένο βλέμμα.)

ΕΓΩ: Μάλλον θέλετε να σας πάω αεροδρόμιο για να φύγετε για Παρίσι, σωστά;

ΕΚΕΙΝΗ: Όχι, λάθος. Μόνο Παρίσι δε θέλω να πάω απόψε. Θέλω να είμαι κοντά για να βλέπω κάτι που μ’ ενδιαφέρει, αλλά σε καμία περίπτωση δε θέλω να ξαναπάω εκεί.

(Χριστέ μου… Κάνω πως δεν εντοπίζω κάτι τρελό μέσα σ’ όλα όσα λέει…)

ΕΓΩ: Θέλετε να σταματήσουμε μήπως κάπου να πάρετε έναν καφέ, να…

(Δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω…)

ΕΚΕΙΝΗ: Ναιιιιι!!!!!! Γι’ αυτό μπήκα, για να μιλήσουμε μπήκα, ήθελα ένα κορίτσι σαν κι εσάς να μιλήσουμε, θέλετε να μιλήσουμε; Εγώ θέλω πολύ να μιλήσουμε.. Ξέρετε πόσα έχω να σας πω; Ουουου… πάρα πολλά και θέλω να τα πω σε κάποιον να τα καταλάβει κι εσείς δε φαίνεστε κάποια που θα βγει να τα κάνει βούκινο και να μ’ εξευτελίσει, το κατάλαβα από τον τρόπο που με κοιτάτε κι από τον τόνο της φωνής σας…

(Φρενάρω δεξιά.)

ΕΓΩ: Τι σου συμβαίνει, κοριτσάκι μου; Ποιος σε πείραξε;

ΕΚΕΙΝΗ: Θα σου πω -μου επιτρέπεις τον ενικό, ε; Είχα πάει στη Λίμνη στην Βόρεια Εύβοια, κάθε χρόνο πάω, γιατί το έχω υποσχεθεί σε κάποιον. Είχα γνωρίσει πριν πολλά χρόνια, σε ένα βρετανικό νοσοκομείο, τον Γιάννη, ένα νεαρό παιδί, που έπασχε από ανίατη νόσο. Αυτό το αγόρι, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, μου ζήτησε να βρίσκομαι στην κηδεία του για να στηρίξω τη μητέρα του και να της δώσω κουράγιο. Πάω από το 1996, κάθε χρόνο. Γι’ αυτό φοράω μαύρα.

(Πάει εκεί από το 1996; Κι έχουμε 2018; Δηλαδή πόσο ήταν τότε, αφού τώρα δε μοιάζει πάνω από 22-23; Και γιατί αυτά τα φοβισμένα μάτια, εμένα κάτι μου λένε; Και τη φωνή της, τη νιώθω οικεία… Αν της βάλω μια τιάρα στο κεφάλι, δε θα ‘ναι η ….. ; Το πάτωμα στο Σταθμού Εξυπηρέτησης στην Εθνική Οδό, σαν να αποσταθεροποιείται και το φλιτζάνι του καφέ παραπαίει στα χέρια μου. Όχι, δεν ονειρεύομαι, αυτή είναι. Η Νταιάνα! Χριστούλη μου!)

ΕΓΩ: ΕΙΣΤΕ Η ΝΤΑΪΑΝΑ;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Ναι, μάλιστα. Εσείς;

ΕΓΩ: Είμαι η Ελένη.

ΝΤΑΪΑΝΑ: Θέλεις να γίνουμε φίλες, Ελένη; Να μιλάμε στον ενικό… Θέλεις να ‘ρχομαι να πηγαίνουμε βόλτες με το ταξί, όπου σ’ αρέσει εσένα κι εγώ να σου μιλάω και να κάνουμε ότι μου παίρνεις συνέντευξη και να γελάμε και μετά να τραβάμε και φωτογραφίες, τάχα πως είσαι παπαράτσο και με κυνηγάς κι εγώ σου κρύβομαι;

ΕΓΩ: Ναι αμέ, πώς δε θέλω. Θέλεις να κάνουμε τώρα, μια σέλφι;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Μωρέ θέλω, αλλά σε πειράζει που δε θα φαίνομαι; Θα φαίνεσαι μόνο εσύ…

ΕΓΩ: Καλά άστο.

(Βλέπω τον καφέ της, πίνει, πίνει κι αυτός παραμένει άθικτος!)

ΕΓΩ: Να σε ρωτήσω κάτι αδιάκριτο.

ΝΤΑΪΑΝΑ: Αμέ, τώρα πια απαντάω σε όλα.

ΕΓΩ: Τα πήρες άσχημα μ’ εκείνο το ντοκιμαντέρ, το «Diana: In Her Own Words»; Πες μου την αλήθεια, σε πείραξε που ο δάσκαλος φωνητικής σου, δημοσιοποίησε κομμάτια από βιντεοκασέτες που είχε γράψει στη διάρκεια των μαθημάτων που σου έκανε, για να βελτιώσεις τον δημόσιο λόγο σου;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Έλα τώρα, πιστεύεις πως δεν υποψιαζόμουν ότι κάποια στιγμή θα το έκανε; Υπήρξε κανείς ποτέ που δεν εξαργύρωσε τη σχέση του μαζί μου;

ΕΓΩ: Άρα, θεά μου, ήξερες ότι κάποια στιγμή θα μαθαίναμε όλοι, ότι ο Κάρολος ήταν κάποιος που -όπως έλεγες- «με ακολουθούσε σαν σκυλί» και ότι εκεί στην πρώτη συνάντησή σας σε αγώνα πόλο στο Σάσεξ,  «μου έπιασε την κουβέντα κι ήταν σαν το κακό σπυρί συνέχεια πάνω μου»….

ΝΤΑΪΑΝΑ: Μη σου πω ότι το ήλπιζα κιόλας… Συναντηθήκαμε με τον Κάρολο, 13 φορές πριν παντρευτούμε και αν θέλεις να ξέρεις (σαν γυναίκα προς γυναίκα μιλάμε τώρα..), ως παντρεμένοι κάναμε έρωτα «μόνο μια φορά κάθε τρεις εβδομάδες» και μάλιστα ήταν και «πολύ περίεργα… σχεδόν άβολα».

ΕΓΩ: Νταϊάναααα..

ΝΤΑΪΑΝΑ: Τι;

ΕΓΩ: Να σε ρωτήσω και για την Ελισάβετ, κάτι; Πήγες ποτέ στη βασίλισσα-πεθερά, να σε συμβουλέψει;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Πήγα μωρέ, αλλά τζίφος.

ΕΓΩ: Τι σου είπε, δηλαδή;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Αυτό που περίμενα. Μου είπε απλά ότι ο Κάρολος είναι …άχρηστος!

ΕΓΩ: Ο πεθερός Φίλιππος και Δούκας του Εδιμβούργου, μπας και ήταν πιο διαφωτιστικός;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Τι λες τώρα; Χειρότερος. Έφτασε να πει μάλιστα, στον γιο του, «αν ο γάμος σου δεν λειτουργήσει μπορείς πάντα να γυρίσεις στην Καμίλα». Άστα, δε φαντάζεσαι…

ΕΓΩ: Κάπου διάβασα ότι πήγες να βρεις ακόμη και την Καμίλα, να της πει να αφήσει ήσυχο τον άντρα σου. Πώς σε αντιμετώπισε;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Μου είπε «έχεις δύο γιους, θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων γι’ αυτό και ευτυχισμένη με όσα έχεις»…

ΕΓΩ: Μα πες μου τώρα, μεταξύ μας, σου άρεσε αυτός ο άντρας;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Η αλήθεια είναι πως δεν ενδιαφερόμουν καθόλου γι’ αυτόν, μέχρι που τον είδα σε έναν αγώνα ράγκμπι, νεαρό, ούτε 19 ετών. Μου έπιασε την κουβέντα και σκεφτόμουν… μπλιάχ. Όταν μάλιστα, την πρώτη φορά, άρχισε να με φιλάει και τα σχετικά, σκεφτόμουν ουφφφ, δεν κάνουν έτσι οι άνθρωποι… άσε που όλο το υπόλοιπο βράδυ, με ακολουθούσε σαν το κουτάβι.

ΕΓΩ: Εκείνο το πρόβλημα με τη βουλιμία που είχες, πώς το πάλεψες τελικά;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Καταλαβαίνεις ότι αυτό ήταν συνέπεια όλων αυτών που περνούσα, άσε που βίωνα και πολύ τραυματικά την απομόνωσή μου από τη βασιλική οικογένεια. Ένιωθα παρείσακτη, δεν πίστευα ότι ήμουν αρκετά καλή για την οικογένεια, οπότε έριξα το φταίξιμο στον εαυτό μου. Θα μπορούσα να το ρίξω στο αλκοόλ ή στην ανορεξία, αλλά αυτό θα ήταν πολύ εμφανές. Αποφάσισα να ξεσπάσω πιο διακριτικά πάνω στον εαυτό μου, αντί να πληγώσω όλους εσάς. Τους το είχα πει αυτό.

ΕΓΩ: Είσαι καλά τώρα, κοριτσάκι;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Καλύτερα από ποτέ. Ξαναβρήκα όλους αυτούς που μ’ αγαπούσαν πραγματικά.

ΕΓΩ: Και τον Ντόντι, ε; Και τον αστυνομικό και σωματοφύλακά σου, τον Μπάρι Μάνακι, που «σκοτώθηκε» σε δυστύχημα με μοτοσικλέτα το 1987. Ήσουν τότε σίγουρη, ότι τον σκότωσαν …οι Αρχές.

ΝΤΑΪΑΝΑ: Ναι, ήμουν σίγουρη. Εδώ, κάνω πολλή παρέα και με κάποιους από την οικογένειά μου.

ΕΓΩ: Έμαθες πως το ντοκιμαντέρ του Πίτερ Σέτελεν για σένα, στο Channel 4, το είδαν πάνω από 4 εκατομμύρια τηλεθεατών;

ΝΤΑΪΑΝΑ: Δε μετριέται με τηλεθέαση η αγάπη.

ΕΓΩ: Όχι δεν μετριέται, έχεις δίκιο…

ΝΤΑΪΑΝΑ: Θα με πας τώρα, στην Ακρόπολη και στο Θησείο; Προλαβαίνουμε και Δελφούς, Μετέωρα, Μάνη; Πάει το ταξί σου Χανιά και Αμοργό; Θέλεις να βάλουμε ν’ ακούσουμε, όσο οδηγείς, μια κασέτα με τον Έλτον Τζων; Θέλεις να κανονίσω να βλέπουμε κι εικόνες από του γάμους των παιδιών μου;

ΕΓΩ: Ναι σε όλα. (παύση) Τα αγαπάς πολύ τα αγόρια σου, ε; Κι αυτά σε λατρεύουν, κοριτσάκι.

ΝΤΑΪΑΝΑ: Δεν τα αφήνω στιγμή από τα μάτια μου. Αν ποτέ τα δεις, να τους το πεις. Η μαμά είναι πάντα μαζί τους.

(Σαν σήμερα, 31/8/1997, σκοτώθηκε στο Παρίσι, η Νταϊάνα)