Φανταστικές ιστορίες, με φανταστικούς ταξιτζήδες και φανταστικούς επιβάτες.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Πάω, που λες, το πρωί στο ταξί να ξεκινήσω βάρδια και τι βλέπω, λες; Ένα ροζ σημείωμα στο παρμπρίζ.

«Σας περιμένω Σταδίου και Χρ. Λαδά στις 12 ακριβώς για μια κούρσα στο Southsea του Hampshire, στη Βρετανία, σε ένα ‘Πάρτυ’ γενεθλίων. Θα με αναγνωρίσετε από το ροζ χρώμα μου, είμαι κοσμοπολίτης, bon viveur κι έχω υπέροχα μουστάκια. Πιθανότατα να είναι μαζί μου δύο ακόμη κύριοι, οι κύριοι Έντουαρντς και Μαντσίνι. Σας ασπάζομαι. Α, τ’ όνομά μου είναι Ροζ Πάνθηρας.»

Ωχ! Κούρσα με κινούμενο σχέδιο; Τέλεια! Αυτό θα πει τύχη Σαββατιάτικα…

Πάω ν’ ανοίξω την πόρτα κι άλλο χαρτάκι κολλημένο στο τζάμι.

«Εγώ είμαι πάλι, ο δημοφιλής. Θα πάμε στο σπίτι κάποιου τυχάρπαστου, Πίτερ Σέλερς λέγεται. Έχει γενέθλια σήμερα και πάλι ζήτησε να με συναντήσει. Θα ήμουν υπόχρεος, αν αγοράζατε για λογαριασμό μου και μια τριώροφη τούρτα φράουλα, με χαμηλά λιπαρά. Ευχαριστώ.»

Μπαίνω στο ταξί, βάζω μπρος, ανοίγω ραδιόφωνο. Δε δουλεύει. Δεν ήμαστε καλά… Μα, για κάτσε, κάτι λέει, κάποιος μιλάει, δουλεύει! Όχι όχι, δε δουλεύει ως ραδιόφωνο, αλλά ως σύστημα πλοήγησης. Και ως τηλεόραση. Εμφανίζεται!!!

«Καλημέρα αγαπητέ μου, μην τρομάζετε, δεν είμαι ο Φου Μαντσού, ούτε ο Στρεϊντζλάβ, ούτε ο Κλουζό, είμαι ο Χένρι Ρίτσαρντ Σέλερς.»

– Χαίρω πολύ. Είμαι ο Γιώργος Σταύρος Τσανσαμπάκης και είμαι μεγάλος θαυμαστής σας.

«Αλήθεια, τι πιστεύετε για μένα;»

– Είστε μεγάλο αστέρι. Είστε ο πρόδρομος του Φόρεστ Γκαμπ.

«Στα 30 χρόνια καριέρας μου, έπαιξα από Κουασιμόδο, Επιθεωρητή, Οδοντίατρο, Νονό της Μαφίας, Παπά, Ιππότη του Μεσαίωνα, Γυμνιστή, Τουλούζ Λωτρέκ μέχρι Επισκευαστή Τηλεφωνικών Θαλάμων, Κινέζο, Κηπουρό και άλλα. Ως ποιος σας άρεσα περισσότερο;»

– Παντού ήσασταν καταπληκτικός, αλλά μ’ αρέσατε πιο πολύ… ως γαμπρός! Αυτό δε, το δηλητηριώδες, που είχατε πει για τη δεύτερη σύζυγό σας το 1964, εκείνη τη σουηδέζα καλλονή την Μπριτ Εκλαντ, μ’ έκανε να σας λατρέψω.

«Εννοείς το θρυλικό: ‘Είναι επαγγελματίας ερωμένη και ερασιτέχνις ηθοποιός;’ Ναι, ναι… ήταν πολύ καλό. Τέσσερις φορές ήρθα, φίλε μου, εις γάμου κοινωνία. Δυστυχώς…»

– Ε καλά τώρα… Δεν υπήρξατε και η επιτομή του καλόβολου ανθρώπου. Μεγάλη -λέγεται πως- ήταν η δυσθυμία του χαρακτήρα σας και αμέτρητα τα καπρίτσια και οι ιδιοτροπίες σας. Ξέρετε τι αναφέρει ο βιογράφος σας ο Πίτερ Ιβανς;

Λέει:

«Σιγά σιγά άρχισε να αποκτά τη φήμη του δύστροπου. Η σχεδόν ανυπόφορη επιλεκτικότητά του και οι απανωτές πιρουέτες του γύρω από κάθε απόφαση που εκαλείτο να πάρει, που αρκετά αργότερα θα εξόργιζαν τους παραγωγούς, αποτελούσαν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι των καχύποπτων ενστίκτων αυτοπροστασίας του».

«Οι βιογράφοι λένε μόνο ψέμματα. Όλοι μ’ αγαπούσαν. Κάποιος θερμός φαν μου μάλιστα, αγόρασε τα πρωτότυπα σενάρια του παλιού μου σώου, του ‘Goon Show’, έναντι 14.000 στερλινών τον Μάρτιο του 1981, σε δημοπρασία του οίκου Christie’s. Ξέρεις ποιος ήταν; Ο Έλτον Τζον ήταν παρακαλώ! Ακούς εκεί ιδιότροπος! Εγώ;»

– Ξέρετε κ. Σέλερς, τι ήθελα πάντα να μάθω αν είναι αστικός μύθος ή αλήθεια; Με ρωτούσε κι η γυναίκα μου σχετικώς… Είχατε όντως τρελάνει τη Σοφία τη Λόρεν, τη Μία τη Φάρου και τη Λάιζα τη Μινέλι; Είχατε τόσο αβυσσαλέο σέξινες;

Πριν προλάβει ν’ απαντήσει, αυτός ο ένας από τους 100 κορυφαίους κινηματογραφικούς ηθοποιούς του πλανήτη, άρχισε να χάνεται το σήμα. Παράσιτα και θόρυβοι και χλαπαταγή, σαν να σπάνε γυαλικά και πιάτα… Ανάμεσα στα παράσιτα μπερδεύονται στα σκοτεινά, οι φάτσες του Μπαγκς Μπάνι, του Ντάφι Ντακ, του Τουίτι, του Σιλβέστερ, του Πόρκι, του Γιοσεμάιτ Σαμ κι αμέσως μόλις ακούγεται η μουσική του Ροζ Εφιάλτη, εξαφανίζονται αστραπιαία. Γκρο πλαν στο μόνιτορ, ο ίδιος ο Πάνθηρας (λέμε τώρα..) και… Παναγία μου…. ετοιμάζει διάγγελμα! Θα τρακάρω…

«Γεννήθηκα μια ωραία πρωία του 1968, στο Τμήμα Κινουμένων Σχεδίων της Warner Bros.»

(Ποιος τον ρώτησε;)

«Τη ροζ ύπαρξή μου ουσιαστικά την οφείλω στον κ. Μπλέικ, έναν ιδιόρρυθμο χολιγουντιανό σκηνοθέτη που με οραματίστηκε για τους τίτλους της ταινίας του ‘Ο Ροζ Πάνθηρας’. Με σχεδίασε ο Isador Freleng, με τη βοήθεια του David DePatie. Τις ζηλευτές και αψεγάδιαστες αναλογίες μου, τους πήρε μήνες να τις εμπνευστούν. Ο κ. Έντουαρντς κοιτώντας τα σχέδια, με εντόπισε αμέσως: Αυτός είναι ο τύπος μας (!), ανέκραξε.

Επιτέλους διάσημος!

Ο Ροζ Πάνθηρας

ΥΓ1: Πάντα στέλνω αυτό το μήνυμα σε όσους πρόκειται να με παραλάβουν, να ξέρουν με ποιον έχουν να κάνουν.

ΥΓ2: Έχετε αργήσει, αγαπητέ. Σταματάω να πάρω την τούρτα που ζήτησε. Νάτος ξανά ο Σέλερς:

«Πήγαινε στο ζαχαροπλαστείο και κλείστο αυτό εδώ. Θα σου μιλάω από το κινητό σου. Μην ανησυχείς.»

(Το λες και μπλέξιμο, όλο αυτό σήμερα…)

«Λοιπόοοοον, τι λέγαμε; Αααα… Να πάρεις παγωτό παρφέ σοκολάτα, όχι τούρτα φράουλα. Μισώ τα ροζ γλυκά. Το ήξερες ότι το 1959 κέρδισα ένα British Academy Award για το «I’ m all right, Jack», μια σάτιρα των εργατικών συνδικάτων της Βρετανίας; Ξέρεις ποιοι έχασαν εξαιτίας μου; Ο Λόρενς ο Ολίβιε, ο Ρίτσαρντ ο Μπάρτον, ο Πίτερ ο Φιντς… Συννενοηθήκαμε;»

(Αγρίεψε;)

– Εε… αλίμονο αν δεν το παίρνατε εσείς, ποιος θα το ‘παιρνε; Είστε στο κουρμπέτι από δύο ετών…

«Ναι οι γονείς μου υπήρξαν σταρ του μιούζικ χολ και με… Αλλά δεν βραβεύτηκε η εμπειρία μου, το ταλέντο μου βραβεύτηκε. Βρίσκω κακεντρεχές το σχόλιό σας…»

– Μα τι λέτε; Ήμαρτον. Εγώ πεθαίνω για σας. Ξέρετε τώρα που έρχομαι στο πάρτι σας τι σκέφτομαι; Το «Πάρτι» του ’68, το έχω δει πάνω από 10 φορές. Λατρεύω τον Ινδό σας. Όπως και τη σκηνή, που το μπούτι κοτόπουλου σφηνώνεται στον κότσο μιας κυρίας.

«Έχεις δίκιο κι εμένα μου άρεσε να κάνω Ινδούς. Ήμουν πολύ καλός και ως Ινδός γιατρός δίπλα στο Σοφάκι τη Λόρεν στην «Εκατομμυριούχο» (1960) του Ασκουιθ. Οι ανόητοι Ινδοί ήταν το φόρτε μου και…»

– Φτάνω Σταδίου, συγγνώμη κύριε Σέλερς που διακόπτω, πρέπει να παραλάβω τους καλεσμένους σας. Τα πόσα είπαμε ότι κλείνετε σήμερα, αν επιτρέπεται;

«Γεννήθηκα 8 Σεπτεμβρίου του 1925. Λογικά είμαι 93, αν και αποχώρησα ενδιαμέσως 24 Ιουλίου του 1980, στο Λονδίνο, θυμάσαι; Τότε που στην κηδεία μου έβαλαν την ανόητη μελωδία του «In the Mood», από το «Goon Show» μου. Μα κανείς να μη θυμάται πως το μισούσα;»

– Θα θέλατε τίποτε άλλο στο Πάρτι εκτός από τους καλεσμένους και την τούρτα, να εξυπηρετήσω;

«Ναι, βρε χρυσό μου παιδί. Αν είναι ο δρόμος σου από το Μάπετ Σόου, φέρ’ τους όλους. Παλιά πήγαινα πολύ συχνά σε εκείνη τη ζωοπαρέα. Έχω από το 1977 να τους δω τους παλιόφιλους. Γεια σου τώρα και να με χαιρόσαστε βρε.»

– Ναι να σας χαιρόμαστε. Ερχόμαστε!

«Να είσαι εκεί, κύριε Τσανς»