Φανταστικές ιστορίες, με φανταστικούς ταξιτζήδες και φανταστικούς επιβάτες.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Ένας κοστουμαρισμένος κύριος με μαύρα γυαλιά, μου κάνει απεγνωσμένα σινιάλο στην κάθοδο της Συγγρού, εκεί στο ύψος της Στέγης. Έχει ήδη νυχτώσει και οδηγώ με κατεύθυνση το σπίτι μου στον Πειραιά. Στο ραδιόφωνο έχω πέσει σε μια εκπομπή με τραγούδια και ιστορίες του Ζαμπέτα, που μ’ αρέσει πολύ. Λέω μέσα μου: «έτσι και πει Πειραιά τον παίρνω, αν πει Γλυφάδα, έχασε». Κατεβαίνει σχεδόν στη μέση του δρόμου, για να με σταματήσει. Ανοίγω το παράθυρο.

– Που πάει ο κύριος;

– Πειραιά και γρήγορα!

Ο Ζαμπέτας στο μεταξύ, περιγράφει τη συνάντησή του με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Λέει:

Ας αρχίσω απ’ τον πιο μεγάλο όλων των μεγιστάνων. Τον Αριστοτέλη Ωνάση. Ερχόταν πολύ συχνά. Του άρεσαν οι πενιές μου. Κι εμένα μου άρεσε ο Ωνάσης. Μεγάλη καρδιά. Όσο πλούσιος ήταν, τόσο απλά φερόταν στον κόσμο. Έπινε πολύ ο Ωνάσης. Όσο κι αν έπινε όμως, δεν μεθούσε ποτέ του. Θυμάμαι, ήταν παραμονές Δεκαπενταύγουστου 1969 κι είχε έρθει στα «Ξημερώματα», που ήταν τότε στην παραλία στο Ελληνικό. Έφυγαν όλοι και μείναμε οι δυο μας. Εγώ του ‘παιζα μπουζούκι μέχρι το γλυκοχάραμα. «Γεια σου, ρε Ζαμπέτα, προλετάριε», μου είπε όταν σηκώθηκε να φύγει. «Εσύ κι εγώ τα λεφτά τα κάναμε από τις υπερωρίες». Και είπε κάτι παραπάνω, που μου ‘δωσε μεγάλη χαρά: «Το μπουζούκι σου, Ζαμπέτα, ισοδυναμεί με ολόκληρη ορχήστρα κλασικής μουσικής».

– Δεν αλλάζεις σταθμό; μου λέει, έχοντας καθήσει δίπλα μου.

ΕΓΩ: Ξέρετε, ακούω ένα αφιέρωμα στον Ζαμπέτα, που τον λατρεύω και …

ΑΥΤΟΣ: Μωρέ κι εγώ τον λατρεύω, αλλά όχι σήμερα. Όχι απόψε, σε παρακαλώ.

Βγάζει ένα μαντήλι και σκουπίζει τα μάτια του.

ΑΥΤΟΣ: Πάμε προς το λιμάνι. Εκεί θα με αφήσεις.

ΕΓΩ: Είστε καλά κύριε;

ΑΥΤΟΣ: Όχι. Δεν είμαι καθόλου καλά. Νομίζω πως είναι η δεύτερη χειρότερη στιγμή της ζωής μου. Και της εδώ και της εκεί ζωής.

ΕΓΩ: Ορίστε;

ΑΥΤΟΣ: Τίποτε. Λέω πως είναι 16 Σεπτεμβρίου σήμερα και όλα μέσα μου πενθούν… Είμαι χάλια σήμερα… (παύση). Μην τρομάξεις τώρα, μ’ αυτό που θα σου πω. Δεν έχω χρήματα να πληρώσω την κούρσα.

Φρενάρω και παρκάρω δεξιά.

ΕΓΩ: Τότε γιατί πήρατε ταξί κύριε;

ΑΥΤΟΣ: Ήξερα καταρχάς, πως δεν σας βγάζω από το δρόμο σας. Όπως ήξερα πως αγαπάτε πολύ και τον Ζαμπέτα. Κι είμαι σίγουρος πως αν σας ρωτήσω, θα μάθω πως λατρεύετε και την Κάλλας. Έτσι είναι;

ΕΓΩ: Έτσι απολύτως, αλλά εσείς πώς τα ξέρετε όλα αυτά;

ΑΥΤΟΣ: Μα αλήθεια δε με αναγνώρισες; Κανέναν δε σου θυμίζω; Τόσο γρήγορα δηλαδή, ξεχάστηκα εδώ;

ΕΓΩ: Η αλήθεια είναι πως κοιτώντας σας πριν, προσεκτικά, πίστεψα πως είστε εκείνος ο σωσίας του Ωνάση, που έπαιζε στην ταινία του Βούλγαρη. «Ακροπόλ» δεν την έλεγαν;

ΑΥΤΟΣ: Ρε συ με δουλεύεις; Τι λες τώρα; Ο Αρίστος είμαι, ο ίδιος. Για κοίτα με καλά. Σου μοιάζω για σωσίας; Άκου σωσίας!!!! (Γελάει). Όχι ρε συ, εγώ είμαι, δεν είμαι βέβαια απολύτως …χειροπιαστός, αλλά εγώ είμαι.

ΕΓΩ: ……..

ΑΡΙΣΤΟΣ: Εντάξει, κατάλαβα… Δεν με πιάνεις…

ΕΓΩ: Τι προτιμάτε, τώρα, να πάθω ανακοπή ή να μου εξηγήσετε;

ΑΡΙΣΤΟΣ: Εντάξει λοιπόν, ας τελειώνουμε με τις φλυαρίες. Είμαι φάντασμα φίλε μου! Φάντασμα όμως, με καλές προθέσεις, άκακο και πολύ θλιμμένο. Σαν σήμερα έχασα την αγάπη μου. Τη γυναίκα της ζωής μου. Αυτήν που στα χέρια της έφυγα το ’75. Από την αγκαλιά της, ταξίδεψα άφοβα στο θάνατο. Δυο χρόνια μετά, ήρθε να με βρει. Εγώ δεν ήμουν, δυστυχώς, εκεί για να την κρατήσω στα χέρια μου. Πάλι -εξαιτίας μου- ήταν μόνη της… Έρχομαι πάντα στην Αθήνα αυτήν τη μέρα και εκεί κοντά στα ξημερώματα, παίρνω τον Ζαμπέτα και πάμε παρέα στο Παρίσι, κάτω από το διαμέρισμά της, εκεί κοντά στην Αψίδα του Θριάμβου και της κάνουμε καντάδα.

ΕΓΩ: Τώρα εμείς δηλαδή, υποτίθεται ότι μιλάμε σοβαρά;

ΑΡΙΣΤΟΣ: Σοβαρά μιλάμε. Θέλω να δω τη θάλασσα του Πειραιά, να μυρίσω λίγο ούζο, να ακούσω τον ήχο των πλεούμενων και ύστερα να κάτσω στα βράχια της Πειραϊκής να κλάψω με την ησυχία μου, γιατί τελικά δεν της φέρθηκα εντάξει.

Με πείθει η ειλικρίνεια του, βάζω μπρος και συνεχίζω το δρόμο μας.

ΕΓΩ: Είχα διαβάσει πως είχε πει για σας ότι «ο Ωνάσης με μεταμόρφωσε σε εξημερωμένο κατοικίδιο».

ΑΡΙΣΤΟΣ: Υπερβολές της Μαρίας…

ΕΓΩ: Κι ότι ο έρωτάς σας γεννήθηκε στη θάλασσα…

ΑΡΙΣΤΟΣ: Μα γι’ αυτό κι εγώ γυρίζω πάντα εκεί… Νομίζω πως ακούω τη φωνή της, μέσα από τα κύματα, να μου ψιθυρίζει: «Με κάνεις να αισθάνομαι βασίλισσα του κόσμου».

ΕΓΩ: Δεν έλεγε για σας, μόνο τέτοια, όμως. Μάλιστα μετά από αυτό που της κάνατε με την Τζάκι, θυμάμαι πως είχε πει: «Ήταν σαν να δέχτηκα ένα ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι, ήταν φρικτό αυτό που μου έκανε. Θα προσπαθήσω να βάλω τάξη στον πονεμένο μου νου και να επιβιώσω».

ΑΡΙΣΤΟΣ: Θέλω να ξέρετε όλοι πως αυτός ο πόνος που της προξένησα τότε, είναι η κόλασή μου σήμερα και για πάντα.

ΕΓΩ: Πείτε μου αν είναι αλήθεια, ότι λίγο πριν το τέλος σας, προσπαθήσατε να επιστρέψετε κοντά της;

ΑΡΙΣΤΟΣ: Αλήθεια είναι… Σφύριζα συνεχώς έξω από την πόρτα της και κάποια στιγμή, αναγκάστηκε να μου ανοίξει.

ΕΓΩ: Φτάσαμε κύριε Ωνάση. Να σας αφήσω εδώ στη Ζέα;

ΑΡΙΣΤΟΣ: Ναι φίλε μου, καλά είναι εδώ. Πιάσε δεξιά.

Ξαφνικά αλαφιάζεται. Βυθίζεται στη θέση του για να κρυφτεί. Με κοιτάζει έντρομος.

ΑΡΙΣΤΟΣ: Άντε πάλι…Για πόσες ζωές Θεέ μου, θα με βασανίζει ακόμη, αυτός ο Λυμπερόπουλος!!! Τους βλέπεις που μου την έχουν στημένη στη γωνία, αυτός εκεί, ο δημοσιογράφος κι ο φωτογράφος του; Τι πείσμα, Χριστέ μου!! Ήθελα να ‘ξερα δε βαρέθηκε ακόμη να με κυνηγάει; Δεν κουράστηκε; Πάντα μου την έφερνε και έβγαζε τα αποκλειστικά κι έπιανε τις καλύτερες φωτογραφίες. Δε χόρτασε ακόμη;

Τον παρατηρώ κρυμμένο και σχεδόν τον λυπάμαι. Ξαφνικά όμως, τεντώνεται καμαρωτός και άφοβος.

ΑΡΙΣΤΟΣ: Φίλε, αυτήν τη φορά, κοίτα πώς θα του τη φέρω εγώ. Θα τον αφήσω να βγάζει όσες φωτογραφίες θέλει κι όταν θα πάει να τυπώσει, εγώ δε θα ‘μαι πουθενά! Τα φαντάσματα δεν καταγράφονται ποτέ! Σπάσε πλάκα τώρα. Σ’ ευχαριστώ για την κούρσα.

Κατεβαίνει φουριόζος κι αρχίζει να φωνάζει.

ΑΡΙΣΤΟΣ: Που είσαι ρε παλιόφιλε Λυμπερόπουλε; Εδώ είμαι. Έλα φωτογράφισέ με. Χαχαχααα!