Φανταστικές ιστορίες, με φανταστικούς ταξιτζήδες και φανταστικούς επιβάτες.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Ρίχνει βροχή, φυσάει τρελά και διασχίζω τη Νεαπόλεως στην Αγία Παρασκευή. Στο ύψος του Δημόκριτου, μια μαυροφορεμένη γυναίκα με γάντια, μου κάνει σήμα να σταματήσω. «Μεταξουργείο!», λέει.

ΕΓΩ: Μπείτε! Από κηδεία έρχεστε;

ΑΥΤΗ: (φτύνεται) Όχι άλλες κηδείες! Απ’ το Δημόκριτο έρχομαι. Πήγα στο Ινστιτούτο Πυρηνικής και Σωματιδιακής Φυσικής, καθώς και στο Πυρηνικών & Ραδιολογικών Επιστημών, μιας που περνούσα απ’ την πόλη, μπας και χρειάζονται τίποτα τα παιδιά.

ΕΓΩ: Δουλεύει κάποιος δικός σας εκεί;

ΑΥΤΗ: Δουλεύουν πάνω σε κάτι δικό μου εκεί.

ΕΓΩ: Σε κάτι δικό σας;

ΑΥΤΗ: Στο ράδιο.

ΕΓΩ: Είναι δικό σας το ράδιο;

ΑΥΤΗ: Είναι κάπως σαν παιδί μου.

ΕΓΩ: Από πού έρχεστε;

ΑΥΤΗ: Από το Παρίσι του προπερασμένου αιώνα.

Πάει να στρώσει καλύτερα το μαύρο της φόρεμα και χύνεται το περιεχόμενο από τέσσερις δοκιμαστικούς σωλήνες που είχε στις τσέπες της, χωρίς πώματα!

ΕΓΩ: ΕΙΣΤΕ ΤΡΕΛΗ;;; ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;;; ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!

ΑΥΤΗ: Αχ! Μη χάνετε τον έλεγχο της άμαξας, κρατήστε γερά το τιμόνι! Έχω τραύμα με τις άμαξες που πέφτουν!

Σταματάω το αμάξι, θέλω να την πνίξω, αλλά μάλλον πρέπει να την πάω απευθείας στο τρελοκομείο.

ΕΓΩ: Βγείτε έξω τώρα!!! ΤΩΡΑ!

ΑΥΤΗ: Καλά…. Αλλά θα βγείτε κι εσείς…

Βγαίνουμε. Της ζητάω το λόγο.

ΕΓΩ: Από πού κι ως που μου υποδεικνύετε πως να οδηγώ και τι πράγμα είναι αυτό με το οποίο λερώσατε το αμάξι μου;;; Και ποιες άμαξες μου τσαμπουνάτε; Και ποια είστε τελοσπάντων;

Κατεβάζει το κεφάλι, γεμάτη ενοχές, σαν παιδί που έκανε αταξία. Ύστερα βγάζει το ένα γάντι και μου απλώνει το χέρι της. Έχει σημάδια από καψίματα, μελανές κηλίδες και βαθιές χαραγματιές. Μοιάζει περισσότερο με χέρι γυναίκας 100 ετών.

ΑΥΤΗ: Αν με ξέρατε καλά, θα γνωρίζατε πως αυτή η κίνηση είναι απόδειξη μετάνοιας. Ντρέπομαι πολύ για τα ταλαιπωρημένα χέρια μου. Όπως ντρέπομαι που σας λέρωσα το αμάξι. Κι όπως ντρέπομαι που πανικοβλήθηκα με την οδήγησή σας. Ειλικρινά συγγνώμη. Λέγομαι Μαρί Κιουρί. Θα καθαρίσω το αμάξι σας τώρα αμέσως και σας υπόσχομαι πως δεν θα κινδυνέψετε.

Βγάζει απ’ την τσάντα της μπόλικο χαρτί, βγάζει κι απ’ τις τσέπες της κάτι άλλους δοκιμαστικούς σωλήνες, ρίχνει υγρά πάνω σε άλλα υγρά, ατμίζουν τα καθίσματα, τρίβει και μουρμουρίζει κάποιον παλιό πολωνικό ρυθμό κι εγώ στέκομαι άλαλος, με τρεις ρυτίδες βαθιά σχηματισμένες στο κούτελό μου, χωρίς να μπορώ να αποφασίσω ποια είναι η πρώτη πρώτη ερώτηση που θέλω να κάνω σ’ αυτή τη γυναίκα – μύθο που ήρθε και προσγειώθηκε μπροστά μου απ’ το πουθενά.

ΕΓΩ: Ε…. συγγνώμη… τι χρησιμοποιείτε για το καθάρισμα και βγάζει ατμούς;

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Α, αυτά είναι μυστικά του επαγγέλματος. Περάστε μέσα, είναι πεντακάθαρα τώρα!

Μπαίνουμε μαζί στο ταξί και ξεκινάμε. Οι τρεις βαθιές ρυτίδες στο μέτωπό μου εκεί.

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Ξέρετε, ο πανικός μου πριν, σε σχέση με τις στραβοτιμονιές σας, προέρχεται από το γεγονός ότι κάποτε έχασα τον σύζυγό μου, το στήριγμά μου, τον άντρα που αγάπησα όσο τίποτα στη ζωή μου, όταν γλίστρησε από απροσεξία στο δρόμο και τον πάτησαν τα άλογα μιας άμαξας που δεν πρόλαβε να κόψει ταχύτητα για να τον αποφύγει. Ο Πιερ μου… ο γλυκός και καλός μου Πιερ.. Χωρίς αυτόν, δεν θα ήμουν τίποτα.

ΕΓΩ: Μα τι λέτε; Αυτός δεν θα ήταν τίποτα χωρίς εσάς.

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Αυτά είναι χαζομάρες. Σ’ αυτά τα πράγματα κερδίζουν οι ομάδες. Και με τον Πιερ είχαμε γίνει μια πολύ δυνατή ομάδα, με όραμα, με πίστη, με αντοχές. Και δεν παλεύαμε για ένα Νόμπελ. Αυτό ούτε που μας ένοιαζε. Εμείς θέλαμε να κάνουμε ένα δώρο στην ανθρωπότητα. Πιστεύαμε πολύ στη μαγική δύναμη των ορυκτών κι έμενε να καταφέρουμε να την αποκαλύψουμε και να την αποδείξουμε.

ΕΓΩ: Πώς νιώσατε όταν χάσατε τον Πιερ;

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Ήμουν που ήμουν ένα -ας μην ντραπούμε τις λέξεις- σκοτεινό και καταθλιπτικό άτομο, αλλά μετά τον θάνατο του Πιερ, η ψυχή μου έμοιαζε με άβυσσο. Δεν μπορούσα να δώσω τη σημασία που έπρεπε στις κόρες μου, δεν μπορούσα πια να δουλεύω χωρίς σταματημό στο εργαστήριό μου, δεν μπορούσα να διδάσκω με το χαμόγελο όπως έκανα ως τότε, έχασα την δύναμή μου, τα πόδια μου, τη ζωή από μέσα μου.

ΕΓΩ: Και πότε άλλαξε αυτό;

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Ποτέ.

ΕΓΩ: Μα λένε…

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Λένε…. Λένε… λένε…. Όλο λένε! Όλοι έχουν κι από μια γνώμη! (παύση) Αλλά, αφού επιμένετε κι εσείς, θα σας πω… Ναι, άλλαξε. Για λίγο. Σε μια παρένθεση – της από ‘κει και πέρα ζωής μου- ήμουν ευτυχισμένη. Με ‘κείνο το πρώτο σκίρτημα του ενστίκτου, το ηθικό οικοδόμημα που είχα χτίσει μέσα μου γκρεμίστηκε και η ζωή άρχισε να πάλλεται ξανά μέσα μου.

ΕΓΩ: Ερωτευτήκατε;

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Το ομολογώ. Και πάλι επιστήμονα. Φίλο και μαθητή του άντρα μου. Παντρεμένο. Με παιδιά. Τον Πωλ Λανζεβέν. Ήταν αδύνατον να αντισταθούμε σ’ αυτό το πάθος. Που μάλιστα, λίγο έλειψε να μου στοιχίσει και το δεύτερο Νόμπελ. Δεν ήθελαν να μου το δώσουν γιατί ήμουν γυναίκα! Γυναίκα και μάλιστα ερωτευμένη! Γυναίκα σε «παράνομη» σχέση… Τι δουλειά έχει, κύριοι, να μπερδεύετε την προσωπική μου ζωή με την επιστήμη μου;;; Από πού κι ως που; Καθάρματα! Ευτυχώς που ο καλός μου φίλος Άλμπερτ Άινσταϊν με υπερασπίστηκε εκείνο το διάστημα. Ένιωθα τόσο μόνη…

(Original Caption) 3/20/1948- Princeton, NJ: Madame Joliot-Curis guest of Einstein. Albert Einstein (right) and Madame Irene Joliot Curie, French nuclear physicist, talk informally in the study of Einstein’s home in Princeton, N.J. Madame Joliot-Curie, who was detained overnight at Ellis Ilsand when she arrives in the US March 18th, was Professor Einstein’s guest.

ΕΓΩ: Ο Πωλ; Δεν σας συμπαραστάθηκε;

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Ο Πωλ γύρισε στην πλούσια τσέπη της γυναίκας του, παρόλο που είχε χάσει πια κάθε αίσθημα για ‘κείνη. Κι εγώ, πήρα το Νόμπελ. Το δεύτερο Νόμπελ. Και άρχισα να δίνω στις κόρες μου όλη την αγάπη που τους είχα στερήσει ως τότε. Κι άρχισα να ταξιδεύω στην Αμερική, να κάνω γνωστές σ’ όλο τον κόσμο τις θαυματουργές ικανότητες των αγαπημένων μου ορυκτών, το πώς μπορούν να θεραπεύσουν κάποτε τον καρκίνο, το πώς οι ακτίνες Χ μπορούν να βοηθήσουν τους στρατιώτες μας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο… Αλλά, τι σας λέω κι εγώ τώρα; Εσείς, στο 2018, τα γνωρίζετε όλα αυτά. Αλλά κι εσείς, ακόμη, δεν είστε σίγουροι για το πόσα πράγματα «επιτρέπεται» να κάνει συγχρόνως μια γυναίκα… Ακόμη αναρωτιέστε αν μπορούμε να είμαστε καλές μάνες, καλές σύζυγοί, καλές ερωμένες, καλές στη δουλειά μας, αν μπορούμε να κρατάμε στις πλάτες μας μωρά και Νόμπελ την ίδια στιγμή… Στερεότυπα. Τα αγαπάτε. Ακόμη. Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα τότε. Αλλά τα μυαλά φέγγουν πιο δύσκολα, ακόμη κι απ’ τα ορυκτά. Στρίψτε δεξιά στην πλατεία.

ΕΓΩ: Που πάτε τώρα;

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Σ’ ένα θέατρο. Μου είπαν ότι κάνουν μια παράσταση για τη ζωή μου και θέλω να τη δω. Μου έστειλαν μια πρόσκληση, με ένα ροζ τριαντάφυλλο. Που το ήξεραν τα μαμούνια ότι έχω πάθος με τα τριαντάφυλλα και μάλιστα με τα ροζ; Εδώ είμαστε. «Θέατρο Σταθμός». Α, δείτε την κοπελιά στη μαρκίζα! Έχουμε ίδια μαλλιά, δεν νομίζετε;

ΕΓΩ: Η Πέγκυ Τρικαλιώτη είναι.. Ναι, όντως. Μοιάζουν. «Η απολογία της Μαρί Κιουρί» γράφει… Για ποιο πράγμα απολογείστε;

ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ: Επειδή ήμουν ευτυχισμένη, σερί. Για μία παρένθεση της ζωής μου.

Μου χαμογελάει ξανά, σφίγγοντάς μου το χέρι με τα γυμνά της δάχτυλα. Ξαναφοράει τα γάντια της, το καπέλο της και κατεβαίνει. Στη χούφτα μου έχει μείνει ένα ροζ τριανταφυλλάκι που μυρίζει ράδιο. Όταν ξανακοιτάζω έξω, η φιγούρα της έχει εξαϋλωθεί. Ανοίγω το ραδιόφωνο και πέφτω πάνω σε κάτι που τη θυμίζει. Άκου…