Φανταστικές ιστορίες, με φανταστικούς ταξιτζήδες και φανταστικούς επιβάτες.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Είναι μεσάνυχτα και φεύγοντας από την Πειραϊκή, που άφησα πελάτη, έχω ανοίξει το ράδιο στη διαπασών και μοιράζομαι τον πόνο μου με τον Λευτέρη Μυτιληναίο.

«Κομπάρσος της καρδιάς σου δε θα γίνω, να παίζω κάθε ρόλο τελευταίο. Δεν γίνεται αγάπη μου να μείνω, συγχώρα μου που φεύγω, μα δε φταίω»

Στο Χατζηκυριάκειο, διορθώνω στον καθρέφτη το κραγιόν μου. Κάποιες λεπτομέρειες  στο τοπίο πίσω μου, έτσι όπως καθρεφτίζονται, με προβληματίζουν. Βλέπω χρώματα, επιγραφές και λεωφορεία που αντιστοιχούν περισσότερο στο 2000, παρά στο σήμερα.  Λίγο πιο πάνω, στην Τερψιθέα, κοιτάζω μέσα από τους καθρέφτες και θα έπαιρνα όρκο πως βρίσκομαι στο 1990. Πινακίδες σε παλιό στυλ και διαφημίσεις με φίρμες που δεν υπάρχουν πια. Σε δυο λεπτά, στο Παπαστράτειο, οι φωτεινές επιγραφές και τα σταθμευμένα αμάξια του αντικατοπτρισμού, παίρνω όρκο, έρχονται από το 1980. Έξω από τους καθρέφτες όλα είναι κανονικά, σημερινά, με copyright 2018. Μέσα από τους καθρέφτες συμβαίνει αυτό το τρελό.

Κατεβαίνω στο λιμάνι, από περιέργεια. Είμαι τελεσιδίκως σε άλλη εποχή. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο μέσα απ’ τον καθρέφτη. Είναι 1970 και η Χούντα φιλτράρει το τοπίο με σαπισμένα σέπια. Περνάω από εκεί που σταθμεύουν τα δελφίνια της Αίγινας. Είναι θεοσκότεινα. Βλέπω απ’ τον καθρέφτη έναν μικρό που τρέχει και μου κάνει νοήματα να σταματήσω. Φρενάρω. Κλείνω το ράδιο. Και μπαίνει.

Ο ΜΙΚΡΟΣ: Καλησπέρα!

ΕΓΩ: Καλησπέρα.

Ο ΜΙΚΡΟΣ:  Πόσο χαίρομαι που σε βρήκα, δεν φαντάζεσαι! Δεν περνάει ψυχή εδώ και ώρα.

ΕΓΩ: Από πού έρχεσαι;

Ο ΜΙΚΡΟΣ: Από Αίγινα.

ΕΓΩ: Τέτοια ώρα;

Ο ΜΙΚΡΟΣ: Άργησα ε;

ΕΓΩ: Πόσο χρονών είσαι;

Ο ΜΙΚΡΟΣ: 12.

ΕΓΩ: Και τι θα σε κάνω 12 χρονών μωρό; Που θα σε πάω τέτοια ώρα;

Ο ΜΙΚΡΟΣ: Θα με πας τσάρκα να γνωρίσω την Αθήνα. Ωραία γυναίκα είσαι, θα εμπνεύσουμε και το σεβασμό.

ΕΓΩ: Λεφτά έχεις;

Ο ΜΙΚΡΟΣ: Όχι, αλλά θα στο ανταποδώσω.

ΕΓΩ: Ώπα, είσαι και τσαχπίνης….

Ο ΜΙΚΡΟΣ: Να βάλω ράδιο;

ΕΓΩ: Εδώ που φτάσαμε…

Ψάχνει, ψάχνει, αλλά δεν του αρέσει τίποτα. Πιάνει κάτι που μέσα από πολλά παράσιτα, θυμίζει τζαζ.

Ο ΜΙΚΡΟΣ: Τι είναι αυτό;

ΕΓΩ: Τζαζ.

Μένει για λίγο εντελώς ακίνητος και θαμπωμένος. Χαμογελάω, αλλά δεν το προσέχει.

ΕΓΩ: Πώς σε λένε;

Ο ΜΙΚΡΟΣ: Τάκη. Εσένα;

ΕΓΩ: Δεν σου λέω.

ΤΑΚΗΣ: Είσαι πολύ ωραία γυναίκα πάντως.

ΕΓΩ: Και σε περνάω καμιά 30αριά χρόνια.

ΤΑΚΗΣ: Δεν έχει σημασία…

ΕΓΩ: Θα μου πεις που πάμε ακριβώς;

ΤΑΚΗΣ: Στη Νέα Σμύρνη του 2018.

ΕΓΩ: Έγινε.

(παύση)

ΕΓΩ: Και τι θέλεις να γίνεις, Τάκη, όταν μεγαλώσεις;

ΤΑΚΗΣ: Οικοδόμος; Δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρος ακόμη. Κάτι που να ομορφαίνει, πάντως, τον κόσμο. Εσύ πάντα ήθελες να γίνεις ταξιτζού;

ΕΓΩ: Όχι… Ήμουν δασκάλα του πιάνου κάποτε…

ΤΑΚΗΣ: Και γιατί δεν είσαι πια;

ΕΓΩ: (αλλάζω θέμα) Εγώ πιστεύω ότι θα γίνεις ηθοποιός. Είσαι πολύ όμορφος και μοιάζεις πιο ώριμος για την ηλικία σου. Φαίνεσαι τσαμπουκαλής, σίγουρα έχεις μεγάλη φαντασία, μάλλον είσαι και ελαφρώς αντισυμβατικός … Έχεις μια πολύ χαρακτηριστική φάτσα που θα μένει χαραγμένη στο μυαλό όποιου σε κοιτάζει.

ΤΑΚΗΣ: Αυτά χρειάζονται μόνο για να γίνει κανείς ηθοποιός;

ΕΓΩ: Όχι. Χρειάζεται να το θέλεις περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

ΤΑΚΗΣ:  Αυτό φτιάχνεται. Θα το θελήσω…

ΕΓΩ: Και να είσαι τολμηρός. …Αν κι αυτό συμβαίνει ήδη.

ΤΑΚΗΣ: Είσαι πολύ όμορφη.

ΕΓΩ: Σε ευχαριστώ. Κι εσύ.

Ο μικρός ξανακολλάει με τις τζαζιές. Τον αφήνω λίγο να το χαρεί και να χαρώ εγώ αυτόν.

ΕΓΩ: Ξέρεις, προσπαθώ να σε φανταστώ στο μέλλον…

ΤΑΚΗΣ: Και τι εικόνα φτιάχνεις;

ΕΓΩ: Πως είσαι….

ΤΑΚΗΣ: Τι;

ΕΓΩ: Τάκη, πιστεύεις στους ήρωες;

ΤΑΚΗΣ: Δεν είχα ποτέ ως τώρα κανέναν που να τον νιώθω δικό μου.

ΕΓΩ: Πιστεύω πως θα γίνεις εσύ, ο ίδιος, ο ήρωάς σου. Αλλά θα αργήσει πολύ αυτό.

ΤΑΚΗΣ: Α, είσαι και μάντισσα…

ΕΓΩ: Ως τότε… θα είσαι πολύ αυστηρός και συχνά σκληρός με τον εαυτό σου. Και τελειομανής.

ΤΑΚΗΣ: Πες μου κι άλλα.

ΕΓΩ: Να κάνουμε μια στάση για καφέ-πακέτο, πρώτα;

ΤΑΚΗΣ: Ναι. Κερνάω εγώ.

Βγάζει κάτι δραχμές και με πιάνει σπαστικό γέλιο. Τις παίρνω για σουβενίρ και για να νιώσει λίγο «κύριος».

ΕΓΩ: Πως τον πίνεις;

ΤΑΚΗΣ: Διπλό espresso, χωρίς ζάχαρη.

ΕΓΩ: Πίνατε espresso στην Αίγινα το 1970;

ΤΑΚΗΣ: Όχι, είδα την ταμπέλα και είμαι περίεργος να το δοκιμάσω.

ΕΓΩ: Να τα προσέξεις αυτά. Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα. Έρχομαι.

Σκέφτομαι ότι αυτό το αγόρι έχει πολύ σπιρτόζικο βλέμμα. Αν δεν τον περνούσα 30 χρόνια, πιθανότατα, θα του έκανα όλα τα χατίρια.  Ξαναμπαίνω στο ταξί, με τους καφέδες.

ΤΑΚΗΣ: Πιστεύεις πως θα τα καταφέρω;

ΕΓΩ: Θα το σκας απ’ το νυχτερινό σχολείο και θα ξημεροβραδιάζεσαι στα σινεμά.

Θα είσαι πολύ τυχερός με τον πρώτο σου ρόλο στο σινεμά, αλλά θα βρεις και πολλούς ζηλιάρηδες απέναντί σου.

Θα ψάχνεις πάντα για την ομορφιά. Αυτή στην οποία πίστεψες από μωρό κι αυτή την οποία δεν θα πάψεις ποτέ να αναζητάς

Θα αγαπάς τις συναυλίες, τον χορό, τα εικαστικά, όλες τις τέχνες. Θα πιστεύεις ότι μπορούν να ομορφύνουν την απαίσια ζωή μας.

Θα προτιμάς να δουλέψεις μπάρμαν απ’ το να πάρεις μια σακούλα λεφτά για να παίξεις σε μια χαζομάρα.

Θα σου αρέσει που η τέχνη είναι μια κραυγή που όταν θα τη βγάζεις, παρέα με άλλους, ο κόσμος θα ταυτίζεται.

Θα κινδυνέψεις να μπεις στη φυλακή από τα χρέη που θα σου αφήσουν τα κινηματογραφικά όνειρά σου.

Θα ονειρεύεσαι ταινίες, όχι μόνο για να παίζεις, αλλά και για να τις γράφεις και να τις σκηνοθετήσεις.

Θα γουστάρεις αυτό το συνεχές καρδιογράφημα της δουλειάς σου, θα σε τροφοδοτεί.

Θα κάνεις -σπάνια- εκπτώσεις στη δουλειά σου κι έπειτα θα σπαταλάς τις αμοιβές σου στα ποτά και τα ξενύχτια, για να ξεχάσεις.

Θα είσαι «ψαγμένος», μέχρι να κάνεις μια διαφήμιση που θα σε κάνει γνωστό ακόμη και στο τελευταίο χωριό της χώρας. Αλλά, ώριμος πια, δεν θα πληγωθείς που άργησαν τόσο να σε γνωρίσουν.

Θα αναρωτιέσαι γιατί όλοι αγωνιούν για τα βραβεία και θα προτιμάς να έχεις πρώτα ένα τοίχο για να τα κρεμάσεις.

ΤΑΚΗΣ: Θα ερωτευτώ;

ΕΓΩ: Θα σου είναι αδύνατον να ζήσεις χωρίς έρωτα.

Θα πιστεύεις πάντα στον έρωτα και θα πιστεύεις πως αυτός είναι το σημαντικότερο συστατικό για την πραγματική ευτυχία.

Θα ερωτεύεσαι. Θα το ξεχνάς. Και θα ξαναερωτεύεσαι.

Θα μπορούσες να αρχίσεις μέχρι και πόλεμο για έναν έρωτα και μια αγάπη.

Θα γίνεις πατέρας κι αυτό θα είναι -ίσως- το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που θα κάνεις.

Θα προσπαθήσεις να ζήσεις συντεταγμένα, σε οικογένεια, με όρους. Θα δυσκολευτείς…

Θα «ερωτευτείς» τη νύχτα.

Θα «παντρευτείς» τη μουσική. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορείς να ζήσεις.

Θα αγαπήσεις πολύ αυτή την πόλη. Θα περπατάς για ώρες στο κέντρο της Αθήνας και θα σε χαλαρώνει.  Με τον καιρό, όμως, θα λυπηθείς που οι κάτοικοί της δεν θα την προσέχουν και δεν θα την αγαπάνε όσο κι εσύ.

ΤΑΚΗΣ: Πες μου κι άλλα, πλανεύτρα μάγισσα!

ΕΓΩ:  Θα σιχαίνεσαι αυτούς που προσπαθούν να αποδείξουν κάτι, όχι με τη δουλειά τους, αλλά με τη συμπεριφορά τους. Θα σιχαίνεσαι τα υφάκια και τα στυλάκια.

Θα πιστεύεις στη φιλία, όσο σε τίποτα άλλο, και θα βρεις πιστούς φίλους ζωής.

Θα νομίζουν πως είσαι ένας σκληρός ροκάς κι εσύ θα είσαι ένας ρομαντικός τζαζίστας.

Θα γράφεις σκόρπιες σκέψεις σε τετράδια με την ελπίδα να τις κάνεις εικόνα.

Θα μαζεύεις βινύλια.

Θα φοβάσαι την ανημπόρια, όταν γίνεις παππούς.

Θα είσαι αισιόδοξος για το μέλλον της χώρας μας. Πανάθεμά σε.

Θα ζορίζεσαι όταν θα σε αναγνωρίζουν όλοι στο δρόμο.

Θα εκνευρίζεσαι όταν σε αποκαλούν «πρόεδρο».

Θα ψάχνεις τρόπους να φύγεις για τη Σίφνο.

Θα σου αρέσει πάντα να βρίσκεσαι κοντά στη θάλασσα και θα σου λείπει πάντα η Αίγινα.

ΤΑΚΗΣ: Μα μόλις ήρθα!

ΕΓΩ: Αχ, Τάκη, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο γρήγορα θα περάσει ο καιρός.

ΤΑΚΗΣ: Ξέρεις και το φινάλε;

ΕΓΩ: Θα πιστέψεις, μια μέρα, πως ως εδώ ήταν και πάει τέλειωσε η ζωή σου. Αλλά θα εκπλαγείς, γιατί θα έχεις ακόμη πολύ καιρό μπροστά σου.

Θα αρρωστήσεις και θα σκεφτείς όλα τα λάθη που έκανες και όλα όσα από εκεί και μετά θα πρέπει να αλλάξεις. Μετά από αυτό, θα γίνεις  λιγότερο αυστηρός με τον εαυτό σου.

Θα αισθάνεσαι γαλήνη στην πιθανότητα του θανάτου, γιατί θα ξέρεις πως έκανες ό,τι μπορούσες, μέχρι το τέρμα.

Θα σκέφτεσαι πως αν η ζωή σου ήταν μόνο ένα πλάνο, αυτό θα ήταν κλεμμένο από το  «Sunset Boulevard» του Μπίλι Γουάϊλντερ.  Κι αν ήταν μελωδία, θα έβγαινε από το σαξόφωνο του Μπεν Γουέμπστερ ή το πιάνο του Μπιλ Έβανς.

Και, τέλος, δυστυχώς, θα γίνεις Ολυμπιακός.

ΤΑΚΗΣ: Μια μάγισσα-ταξιτζού και ένας ψαρωμένος πιτσιρικάς, που κάποτε θα γίνει πρώτη φίρμα. Θεός ο casting director της φαντασίας σου…

ΕΓΩ: Και πολύ «μπροστά» για τα ‘70s.

Σε λίγο φτάνουμε. Είμαστε στη Νέα Σμύρνη. Εδώ θα είναι το σπίτι του όταν μεγαλώσει.

ΤΑΚΗΣ: Θέλω να μου δώσεις μια τελευταία συμβουλή.

ΕΓΩ: Να θυμάσαι πως όταν θα κινδυνεύσεις να χάσεις κάτι, τότε θα το εκτιμήσεις καλύτερα. Α. Και να προσέχεις. Η κούρσα κερασμένη.

ΤΑΚΗΣ: Μ’ αφήνεις να σου δώσω κι εγώ μία;

ΕΓΩ: Αμέ.

ΤΑΚΗΣ: Αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να είναι μόνο άσχημος.  Κάτι ωραίο θα υπάρχει. Ψάξε να το βρεις.

ΕΓΩ: Σ΄ ευχαριστώ μικρέ Τάκη.

ΤΑΚΗΣ: Και μην ξεχνάς να παίζεις πιάνο.

ΕΓΩ: Να είσαι καλά.

ΤΑΚΗΣ: Εις το επανιδείν.

Το αγόρι κατεβαίνει απ’ το ταξί. Τον κοιτάζω μέσα από τον καθρέφτη να χάνεται στην ομίχλη. Μετά από κάποια πολύ δυνατά παράσιτα, το ράδιο πιάνει Πόλυ Πάνου.

«Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς, κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει. Μονάχος βρες την άκρη της κλωστής κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι»

Όλο αυτό που συνέβη, δεν μπορεί να ήταν αληθινό. Έμοιαζε με ταινία του Λιντς. Ή του Σπυριδάκη.

Κοιτάζω το ταξίμετρο. Γράφει 5.000 δρχ. Και κάνει μπαμ!