Φανταστικές ιστορίες, με φανταστικούς ταξιτζήδες και φανταστικούς επιβάτες.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Είναι αργά το απόγευμα, ο ήλιος καίει ακόμη, έχω γκανιάξει από τη δίψα, το κλιματιστικό έχει βλάβη και γενικώς όλα πάνε πρίμα. Κατεβαίνω τη Βάρης-Κορωπίου προς Βουλιαγμένη, μπας και βουτήξω λίγο στη θάλασσα, γιατί δεν τη γλιτώνω τη θερμοπληξία. Όταν, ξαφνικά, μου χτυπάει ειδοποίηση μέσω της εφαρμογής, για μια περιοχή στα δέκα λεπτά δεξιά μου, που λέγεται «Κρεμασμένος Λαγός». Μόνο και μόνο για την ίντριγκα -γιατί πολλά έχω ακούσει γι’ αυτή την περιοχή, αλλά ποτέ δεν έχω πάει- πατάω «αποδοχή». Πέρα από τους επαγγελματικούς αγώνες ταχύτητας που γίνονταν στα 70s, λένε πως εκεί υπάρχουν υπόγειες στοές και καταφύγια του Β’ Παγκοσμίου. Πλησιάζοντας το στίγμα και προσπερνώντας το Δημοτικό νεκροταφείο της Βούλας, βλέπω την επιγραφή «Απαγορεύεται η είσοδος μετά τη Δύση του ηλίου» και μου σηκώνεται η τρίχα. Πολλοί μιλάνε για φαντάσματα πυροσβεστών, ερωτευμένων και μηχανόβιων -κάποια απ’ αυτά ή όλα-, που έχουν στοιχειώσει την περιοχή. Απ’ το παράθυρο βλέπω ένα αυτοσχέδιο νεκροταφείο κατοικίδιων και κάποια παρατηρητήρια της πυροσβεστικής. Δεν έχω ιδέα που βρίσκομαι, αλλά μιλάμε για την απόλυτη ερημιά. Είμαι ακριβώς στο σημείο του ηλεκτρονικού στίγματος. Δεν υπάρχει ψυχή. Καμιά πλάκα θα ‘καναν. Κατεβαίνω να ξεπιαστώ.

Δέκα εκατοστά απ’ το σημείο που έχω ακινητοποιήσει το αμάξι, βλέπω μια τρύπα. Προηγουμένως δεν την είχα δει. Αν είναι δυνατόν! Θα μπορούσε να πέσει κανένα παιδάκι εδώ μέσα! Σκύβω από πάνω της για να δω τι βάθος έχει. Το απόλυτο σκοτάδι. Λες και δεν έχει πάτο! Από τίποτα εργασίες της ΕΥΔΑΠ θα είναι! Σα δε ντρέπονται! Σκύβω κι άλλο και λέω ένα «γεια» για να καταλάβω απ’ την αντήχηση πόσο μακριά πάει. Αντί να ακούσω τη φωνή μου να επιστρέφει, ακούω ένα «Καλησπέρα σας!». Ο Χριστός κι η Παναγία!

Ένας μονόκερος με τσιγκλάει με το κέρατό του, με τοποθετεί με μία κίνηση στην πλάτη του και μετά από δέκατα του δευτερολέπτου αδιανόητα γρήγορου τρεξίματος, μέσα από ένα πολύχρωμο φάσμα κι ενώ ανακατεύομαι απερίγραπτα, βλέπω ένα πορτοκαλί φως και βγαίνουμε στην επιφάνεια. Ο μονόκερος με ξεφορτώνει και βλέπω μπροστά μου την…

«Γεια σου Στέφανε! Συγγνώμη για το σοκ. Αλλά δεν γινόταν αλλιώς». Αντί να μου δώσει το χέρι της, μου κάνει στρατιωτικό χαιρετισμό. «Χωροχρονική Πρόξενος Μαίρη Μπου. Καλωσήρθες στο 2083». Έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό. Μου βάζει ένα χαπάκι πάνω στη γλώσσα και μου κλείνει το σαγόνι. «Αυτό γιατί σίγουρα ανακατεύεσαι και γιατί σίγουρα διψάς».

Αυτή που βλέπω μπροστά μου είναι τούτη:

Και είναι θεά. Κουκλάρα. Σα νεράιδα των ξωτικών. Φοράει κάτι που μοιάζει με στολή προστασίας σε πυρηνικό ατύχημα, αλλά είναι κίτρινη και μου θυμίζει τη Νύφη Θέρμαν απ΄ το “Kill Bill”. Τα μαλλιά της γκρίζα, ρετρό.

Αν όντως αυτή είναι η Μαίρη Συνατσάκη και αν όντως με καλωσόρισε στο 2083, τότε αυτή πρέπει να είναι 99 χρονών κι εγώ πρέπει να είμαι στο μέλλον.

ΕΓΩ: Που είμαι;

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Στην Αθήνα. Είσαι ακριβώς εκεί απ’ όπου σε πήρα.

ΕΓΩ: Και γιατί είμαστε σε παραλία; Εκεί απ’ όπου με πήρες, δεν είχε νερό. Ήταν ψηλά.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Διάνα! Αυτός ακριβώς είναι κι ο λόγος για τον οποίο θέλω να μιλήσουμε.

ΕΓΩ: Πώς ήρθα εδώ;

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Από τα τάχα μου έργα της ΕΥΔΑΠ.

ΕΓΩ: Και τι θες; Θα ξαναγυρίσω; Γιατί είναι πορτοκαλί ο ουρανός; Διψάω, που έχει νερό; Ζεσταίνομαι, πόσους βαθμούς έχει; Φοβάμαι; ΤΙ ΜΕ ΘΕΣ;

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: ΗΡΕΜΗΣΕ! Όσο είμαστε μαζί, είσαι ασφαλής. Είμαι σε διατεταγμένη υπηρεσία. Θα τα μάθεις όλα. Είσαι ταξιτζής, σωστά;

ΕΓΩ: Είμαι -ήμουν- ναι! Τι θες;

Μου δείχνει ένα όχημα στα δεξιά μας. Κάτι σαν κυλινδρική κάψουλα από ασημόχαρτο.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Αυτό θα είναι το ταξί μας για λίγη ώρα. Θα πάμε μέχρι τη Θεσσαλονίκη, θα κάνουμε μια στάση στην Κρήτη και έπειτα θα επιστρέψουμε εδώ, θα γυρίσεις στο 2018 και θα πας να κάνεις το μπάνιο σου ήσυχα και ωραία στη Βουλιαγμένη. Μην φοβάσαι. Και μην ανησυχείς, είναι ιπτάμενο, θα φτάσουμε αμέσως.

ΕΓΩ: Μα δεν ξέρω να το οδηγάω.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Δεν είναι τίποτα! Ένα κουμπί όλο κι όλο.

ΕΓΩ: Και τι με θες εμένα;

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Φλυαρείς άσκοπα και χάνουμε πολύ σημαντικό χρόνο. Η σχισμή του χρόνου μπορεί να παραμείνει ανοιχτή για 21 λεπτά.

Ανεβαίνει στην κάψουλα, μου δίνει το χέρι της, ανεβαίνω κι εγώ. Μου δείχνει το κουμπί της απογείωσης και παρατηρώ τα νεανικά της δάχτυλα με τα φούξια νύχια. Θα την έκανα, το πολύ, 50 χρονών. Αλλά είναι τα διπλά, είναι απίστευτο. Απογειωνόμαστε εντελώς αθόρυβα. Όσο σηκωνόμαστε, βλέπω πως απ’ τη μία εκτείνεται η θάλασσα κι απ’ την άλλη η αχανής αμμουδιά. Κανένα δέντρο. Τίποτα εκτός από άμμο. Ο ουρανός είναι πορτοκαλί και ο ήλιος πολύ θολός.

ΕΓΩ: Σκόνη είναι αυτό;

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Πρώτα απ’ όλα θέλω να με συγχωρέσεις για αυτή την βίαι….γκουχου γκου…βί..γκουχου γκου… βίαι…γκου.. Σόρρυ, δεν μπορώ να το πω, πνίγομαι και μόνο με τη σκέψη, καθώς είμαι εδώ και πολλά χρόνια σε ειδικό διαλογικό πρόγραμμα κατά το οποίο απαγορεύονται λέξεις με αρνητική χροιά. Τελοσπάντων, συγγνώμη για την απαγωγή, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Θα ήθελες να μάθεις κάτι για εμένα;

ΕΓΩ: Πως κρατιέσαι τόσο φρέσκια;

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Αυτά είναι χαζομάρες. Η επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ σε σχέση μ’ εμάς τους ανθρώπους, αλλά δεν έχει καταφέρει τίποτα σε σχέση με το περιβάλλον. Τα σκάτωσε- ουπς, σόρρυ! Λοιπόν, σε πήρα απ’ το 2018, σωστά;

ΕΓΩ: Σωστά.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Θα σου πω το εν τω μεταξύ βιογραφικό μου για να συνεννοηθούμε. ΟΚ;

Με το που κάνω ένα θετικό νεύμα κι ενώ πετάμε σε χαμηλό ύψος, αυτή η σούπερ γιαγιά του τέλους του αιώνα, αρχίζει να μιλάει χωρίς να παίρνει ανάσα. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, έχει ξεφουρνίσει 65 χρόνια ζωής και εμπειρίας.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Λίγο μετά την εποχή που βρίσκεσαι εσύ αυτή τη στιγμή, άρχισα να κάνω τα βίντεο μου στο YouTube στα αγγλικά, σταματώντας να μιλάω για προϊόντα και μιλώντας μόνο για ιδέες που μπορούν να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο, στη συνέχεια δούλεψα ως χορεύτρια και ηθοποιός, με παραστάσεις που είχαν συνεχή sold out και των οποίων τα έσοδα πήγαιναν σε αυτούς που το είχαν ανάγκη, όπως ορφανοτροφεία, γηροκομεία, προσφυγικές κατασκηνώσεις, καταφύγια ζώων, ενώ λίγο αργότερα διετέλεσα Υπουργός Τουρισμού της Ελλάδας, Πρέσβειρα Ειρήνης στον Ο.Η.Ε. και λίγο αργότερα Πρωθυπουργός -αλλά το άφησα γιατί η εθιμοτυπία μου δέσμευε πολύ χρόνο, χωρίς να μου επιτρέπει να κάνω όλα όσα ονειρευόμουν- (ΑΝΑΣΑ) στη συνέχεια ασπάστηκα τον νεοχιπισμό και έγινα αγωνίστρια του κινήματος «Μόνο Αγάπη για τους Ψυχαναγκαστικούς», ακτιβίστρια για τη Διάσωση του cupcake, του γκλίτερ και του μονόκερου -γνώρισες και τον βοηθό μου τον Βίκτωρα που σε έφερε εδώ- και αγωνίστρια για την Ελευθερία του Λόγου, ενώ λίγο πιο μετά εξελέγην Πρόεδρος του Διαπλανητικού Κέντρου κατά του Σχολικού Εκφοβισμού και Διευθύνουσα Σύμβουλος του Διαξαλαξιακού Κέντρου κατά του Internet Harassment και του Cyberbullying (ΑΝΑΣΑ), ανάμεσα στις πρώην σημαντικές σχέσεις της ζωής μου είναι ο Robert Downey Junior και ο John Oliver και απ’ τις αγαπημένες μου ασχολίες είναι η προπόνηση της ομάδας «A-little-bit-of-happines-in-this-fuckin-world» που αποτελείται από ιδιοφυή πεντάχρονα και φυσικά, την ίδια στιγμή, δεν έχω εγκαταλείψει την οργάνωση τρομοκρατικών δράσεων, σε συνεργασία με τα Ανταρτομαιρημπουδάκια, κατά τις οποίες πάμε και ρουφάμε με ειδικά καλαμάκια όλο το νερό από τις δεξαμενές των Κακών και Άδικων του πλανήτη και το μοιράζουμε στους άπορους διψασμένους -κάτι σαν Ρομπέν των Νερών φαντάσου το- (ΑΝΑΣΑ)

Αυτόν τον καιρό είμαι Στρατηγός της Εκστρατείας Κατά της Λέξης «Κρίμα!», γιατί πολύ χρόνο φάγαμε στο να μιζεριάζουμε ανώφελα χωρίς να προσπαθούμε για τίποτα, επίσης εδώ και αρκετά χρόνια είμαι υπεύθυνη για τα Διαγαλαξιακά  διαγγέλματα στη διάλεκτο της Αγαπογλώσσας, μιας παγκόσμιας γλώσσας που αποτελείται αποκλειστικά από παράγωγα λέξεων όπως: αγάπη, αποδοχή, αλληλεγγύη, αδελφικότητα, αίσθημα, αλτρουισμός, ανιδιοτέλεια, ανθρωπισμός, αφοσίωση, εκτίμηση, έλξη, καρδιά, περιποίηση, προσήλωση, σεβασμός, στοργή, συμπαράσταση, συμφιλίωση, συναδελφικότητα, τρυφερότητα, φιλία, φροντίδα και μερικές άλλες καλόηχες ακόμη (ΑΝΑΣΑ). Σήμερα, είμαι Χωροχρονικός Πρόξενος για την Πρόληψη της Περιβαλλοντολογικής Καταστροφής κι έχοντας στο βιογραφικό μου πολλές μάχες εναντίον της Βί…- Βί…- να βλέπεις δεν μπορώ να το πω-, τώρα πολεμάω τη Βί… Κατά του Περιβάλλοντος και με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών της εποχής μου, μας δίνεται η δυνατότητα να ταξιδέψουμε στο χρόνο και μέσω στοχευμένων απαγωγών, να κάνουμε το μόνο πράγμα που μπορεί να βοηθήσει τον Πλανήτη: Πρόληψη. Αλλιώς, πάπου, πάπαλα, βράσ’ τα Χαράλαμπε. Λύσαμε όλα μας τα προβλήματα αλλά δεν δώσαμε σημασία στο βασικότερο! Λοιπόν, Στέφανε  -ωραίο όνομα και σπάνιο στις μέρες μας-, ο  λόγος που είσαι εδώ είναι γιατί είσαι ταξιτζής και μας είσαι πολύ χρήσιμος γιατί κάθε μέρα μιλάς με πολύ κόσμο. (ΑΝΑΣΑ) Κατάλαβες;

ΕΓΩ: Ζαλίστηκα!

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Να, πάρε λίγο ακόμη νεράκι!

Μου βάζει κι άλλο χαπάκι πάνω στη γλώσσα. Μου ξανακλείνει το σαγόνι. Καταπίνω.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Για δες! Η Κρήτη!

Έξω απ’ το τζάμι βλέπω μια μακρόστενη βραχονησίδα. Πλησιάζοντας, διαβάζω στη σημαία που είναι καρφωμένη στην κορυφή: «Ψηλορείτης».

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Η μέση θερμοκρασία του Πλανήτη έχει αυξηθεί κατά 3 βαθμούς, οι πάγοι λιώνουν χωρίς σταματημό και η στάθμη της θάλασσας έχει ανέβει τόσο, που αυτό που βλέπεις, είναι η Κρήτη, που ξέραμε κάποτε. Σου δίνω ένα  πολύ οικείο παράδειγμα, για να καταλάβεις πως εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο έχουν αναγκαστεί να μεταναστεύσουν ως περιβαλλοντικοί πρόσφυγες, εξαιτίας είτε της πλημμύρας ή της ερημοποίησης.

(ΣΙΩΠΗ)

ΕΓΩ: Πάμε να φύγουμε. Δεν αντέχω να βλέπω.

Παίρνει το δάχτυλο μου και πατάμε μαζί το κουμπάκι. Λέει «Θεσσαλονίκη» και παίρνουμε πάλι ύψος. Σε δευτερόλεπτα έχουμε φτάσει πάνω απ’ την περιοχή που θα έπρεπε να είναι η Θεσσαλία. Κοιτάζω τη Μαίρη, έτσι όπως χαζεύει έξω απ’ το παράθυρο και παρόλο που είναι συνεχώς χαμογελαστή, βλέπω μέσα στα μάτια της την απογοήτευση. Τη νιώθω να φοβάται πως δεν υπάρχει πισωγύρισμα, όσες προσπάθειες κι αν κάνει πια. Γυρίζει απότομα και μου χαμογελάει με το ίδιο χαμόγελο των 19 της χρόνων στο πλατό του MAD.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Να, δες. Δεν υπάρχει το Μεσολόγγι, ούτε ο Βόλος, ούτε τίποτα από τις παραλιακές περιοχές του Παλιού Καιρού. Η μέση καλοκαιρινή μας θερμοκρασία είναι 41 βαθμοί Κελσίου. Για να καταλάβεις, εσείς έχετε ακόμη 33 βαθμούς μέση θερμοκρασία. Οι βροχές έχουν ελαττωθεί κατά 80%, ενώ το πρόβλημα ενεργειακής επάρκειας -πλέον- είναι τεράστιο. Η θερμοκρασία έχει περάσει το «σημείο χωρίς επιστροφή» και αυξάνεται ανατροφοδοτούμενη. Η Ελλάδα που βλέπεις είναι εντελώς άνυδρη και εντελώς άγονη. Η ζωή στις πόλεις, τον περισσότερο καιρό, είναι ανυπόφορη και μονίμως υποστηριζόμαστε από συστήματα κλιματισμού που καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Οι πλούσιοι ζουν στα ορεινά, πάνω απ’ τα 1.000 μέτρα υψόμετρο, και η παγκόσμια αγωνία σχετίζεται με την τιμή του λίτρου του νερού, που ανεβαίνει διαρκώς. Να, όπως βλέπεις, αυτό που ήξερες ως Άνω Πόλη, είναι όλο κι όλο αυτό που έχει απομείνει από τη Θεσσαλονίκη του Παλιού Καιρού.

(ΣΙΩΠΗ)

ΕΓΩ: Αρκετά!!! Δεν αντέχω άλλο! Σε ικετεύω, πάμε πίσω! Δεν μπορώ.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Συγχώρεσέ με, αλλά αποφασίσαμε με τους συναγωνιστές μου, πως δεν υπήρχε πια καμία καλύτερη λύση. Πρέπει να τα δείτε. Αλλιώς δεν θα πιστέψετε ποτέ. Λυπάμαι…

ΕΓΩ: Πήγαινέ με σπίτι μου! Τώρα!

Πάτησε το κουμπάκι, είπε στο ηχείο «Αθηναϊκή Σαχάρα» και πήραμε στροφή.

(ΣΙΩΠΗ)

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Βλέπεις; Δεν έχει καμία διαφορά απ’ την Παλιά Αφρικανική Σαχάρα. Είναι φριχτό… Έχεις το κινητό σου μαζί;

ΕΓΩ: Ναι.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Θες να μου δείξεις μερικές εικόνες από τη ζωή σου τώρα στην Αθήνα; Μπες στο Instagram. Αυτό δεν είχαμε τότε;

Της δείχνω. Από τα μάτια της κυλάνε δάκρυα.

ΕΓΩ: Είσαι ακόμη πολύ όμορφη για τόσο μεγάλη.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Η ομορφιά δεν έχει σχέση με την ηλικία.

Μου χαμογελάει, ενώ συγχρόνως πατάει το κουμπάκι και προσγειωνόμαστε. Κατεβαίνουμε από την κάψουλα.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Κάτσε να σου δείξω κάτι πριν χωριστούμε.

Βγάζει απ’ την τσέπη της μια κασέτα τύπου Walkman. Κολλάει ένα αυτοκολλητάκι στο λοβό μου κι ύστερα πλησιάζει την κασέτα στο αυτί μου. Κι αρχίζω να ακούω αυτό:

Θα σε πάρω να φύγουμε
ως του κόσμου την άκρη
για να πάψει απ’ τα μάτια σου
να κυλάει το δάκρυ

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΥ: Για εμάς που γεννηθήκαμε πριν το 2000, δεν είναι πολύ παράξενο αυτό; Να ακούς, να αισθάνεσαι τόσο κοντά σου κάτι τόσο μακρινό, κάτι που υπήρξε πολύ πριν από εσένα, και, συγχρόνως, να βλέπεις μπροστά σου την απόλυτη ερημιά, το αύριο εντελώς άγονο. Κρατάω ακόμη μερικές κασέτες. Όταν τις ακούω, μέσω των ραδιοσυχνοτήτων, ακούω μαζί κι αυτά τα χριτς χρατς, ακούω κάτι από εκείνους τους καιρούς που πιστεύαμε και -όντως- μπορούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Ακούω τον χρόνο. Που τότε περνούσε. Τώρα, χώρια απ’ τα ελιξήρια νεότητας, έχουμε κι αυτή τη νέα ανακάλυψη της χρονομεταφοράς. Νιώθεις πια ότι ζεις σε παύση. Σε λίγο, όλοι θα φύγουν για το παρελθόν. Χωροχρονικοί πρόσφυγες. Γι’ αυτό είμαστε κι εμείς τώρα μαζί (αλλάζει εντελώς η διάθεσή της). Για να σου πω πως τα ‘χετε κάνει μπάχαλο και…

Ξαφνικά ο μονόκερος Βίκτωρας σφύριξε τη λήξη του χρόνου. Με έφερε δυο σβούρες με το κέρατό του, ξαναπεράσαμε το χρωματιστό φάσμα και σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο που θύμισε ζωή μέσα σε πιστολάκι μαλλιών, με γύρισε στον «Κρεμασμένο Λαγό».

Γαλάζιος ο ουρανός. Δροσιά. Ψιχαλίζει. Τι ωραία…

ca. 1602 — The Maiden and the Unicorn by Domenichino — Image by © Alinari Archives/CORBIS