Φανταστικές ιστορίες, με φανταστικούς ταξιτζήδες και φανταστικούς επιβάτες.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

«Ετούτη η πόλη με τρελαίνει που υπνοβατώντας περιμένει. Με γκρίζο χρώμα αρρωστημένο,
ανίατα βρώμικο κελί μεγεθυμένο.”

Βρίσκομαι στον Άγιο Φανούριο, στο Ίλιον, κατευθυνόμενη προς το Μητροπολιτικό Πάρκο «Αντώνης Τρίτσης» να δω πως διασκεδάζουν οι παπίτσες στη λιμνούλα, μπας και είναι μεταδοτικό. Στο σταυροδρόμι πριν το πάρκο, χτυπάει κλήση για το Κοιμητήριο  της Νέας Φιλαδέλφειας. Επειδή βραδιάζει και είναι Σάββατο, αρχίζω να φτύνομαι, αλλά ξεκινάω κατά ‘κει. Στο ραδιόφωνο παίζει κάποιο Αντάτζιο του Μπαχ. Ξαναφτύνομαι και το κλείνω. Μπροστά απ’ το Νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου μου κάνει νόημα ένας νεαρός.

ΕΓΩ: Εσείς με καλέσατε;

(Όχι, δεν είναι νεαρός.)

ΑΥΤΟΣ: Ναι, εγώ. Πάω Πλατεία Εξαρχείων, θα με πάτε;

(Ευγενέστατος.)

ΕΓΩ: Παρακαλώ, μπείτε.

(Πρέπει να ‘χει πατήσει τα 60.)

ΑΥΤΟΣ: Σας ευχαριστώ πολύ, δεσποινίς.

(Πως έκανα τόσο μεγάλο λάθος από μακριά;)

ΕΓΩ: Είστε ιδρωμένος. Να ανοίξω τον κλιματισμό;

ΑΥΤΟΣ: Όχι ευχαριστώ. Να είστε καλά.

(Ευγενέστατος. Σκέτος πρίγκιπας.)

ΑΥΤΟΣ: Θα περάσουμε από Λιοσίων ή Πατησίων;

ΕΓΩ: Ό,τι θέλετε.

ΑΥΤΟΣ: Θέλω να δω αυτούς τους δρόμους όσο νυχτώνει.

ΕΓΩ: Είναι καλοκαίρι, θα είναι έρημοι.

(Μικρή σιωπή. Εκείνος κοιτάει έξω απ’ παράθυρο. Αρχίζει να μουρμουρίζει κάτι…)

ΑΥΤΟΣ: Που να γυρίζεις….

(Τα μισά απ’ όσα λέει έχουν μελωδία και τα άλλα μισά βγαίνουν στακάτα.)

ΑΥΤΟΣ:  Έξω βραδιάζει, έπιασε αγέρας δυνατός. Βρέχει κι εγώ γυρνάω μοναχός. Ψάχνω κάπου στην τύχη να σταθώ και σπίτι δε θα μπορώ να κοιμηθώ…

(Παράξενος τύπος.)

ΕΓΩ: Αν επιτρέπεται, πόσο ετών είστε;

(Κι όμως, απίστευτα γοητευτικός.)

ΑΥΤΟΣ: 70 και μια μέρα. Γεννήθηκα στις 27 Ιουλίου του 1948.

(Αποκλείεται!!!)

ΑΥΤΟΣ: Και έφυγα όταν ήμουν περίπου 40…

ΕΓΩ: Για πού;

ΑΥΤΟΣ: Παραιτήθηκα απ’ τη ζωή.

(Όμορφος και αυτοκαταστροφικός.)

ΕΓΩ: Τι σημαίνει αυτό;

ΑΥΤΟΣ: Δεν ταίριαζα σ’ αυτόν τον κόσμο. Ήμουν πολύ….

(Ευαίσθητος;)

ΑΥΤΟΣ: …ευαίσθητος. Αν και δεν μου αρέσει πολύ αυτή η λέξη τελικά. Γιατί τους ευαίσθητους τους πνίγει, τους καίει, τους καταστρέφει η κοινωνία σας κι εκείνοι είναι αδύναμοι να φέρουν κάποια αντίσταση.

ΕΓΩ: «Μας»;

ΑΥΤΟΣ: Η κοινωνία. Γενικότερα. Δεν ήθελα να σας κάνω προσωπική επίθεση. Εγώ, ίσως, τελικά, να ήμουν απλώς…

(Απροσάρμοστος; Ασυμβίβαστος;)

ΑΥΤΟΣ: …ναι, ναι, απροσάρμοστος..

ΕΓΩ: Μ’ ακούσατε;

ΑΥΤΟΣ: Ναι.

ΕΓΩ: Μα πώς; Αφού το είπα από μέσα μου.

ΑΥΤΟΣ: Ακούω και τα από μέσα σας. Άκουσα που με είπατε όμορφο, αυτοκαταστροφικό, γοητευτικό και πρίγκιπα, απλώς δεν μίλησα γιατί, όπως είπατε κι εσείς, είμαι ευγενέστατος.

ΕΓΩ: Έχετε μαντικές ικανότητες;

ΑΥΤΟΣ: Α, τα ατού της ανυπαρξίας. Άλλοι με είπαν «Άγιο». Αλλά κι εκεί με περιόρισαν. Των Εξαρχείων μόνο.

(Διανοούμενος και αλήτης.)

ΑΥΤΟΣ: Ναι, είναι που είχα παράξενες ρίζες. Δισέγγονος του Ζορμπά και ανιψιός της Έλλης Αλεξίου. Ρόκερ και σκεπτικιστής, επαναστάτης και φιλόσοφος. Κι από τη σύγκρουση αυτών των δύο έβγαινε πότε η καταστροφή και πότε η δημιουργία…..

ΕΓΩ: «Έβγαινε»;

ΑΥΤΟΣ: Στρίψτε αριστερά παρακαλώ.

ΕΓΩ: Τι ψάχνουμε;

ΑΥΤΟΣ: Κάποια ελπίδα. Πως σας λένε;

ΕΓΩ: Άννα. (παύση) Δεν νομίζω να βρείτε εδώ κάποια ελπίδα. Η Αθήνα είναι τρελή, τη νύχτα είναι ολοφώτιστη, τη μέρα σκοτεινή. Κι εσάς, πώς σας λένε;

ΑΥΤΟΣ: Παύλο.

(Με το που λέει το όνομά του, γυρίζω τον κοιτάζω, δεν κόβω γκάζι, ξανακοιτάζω μπρος, φρενάρω απότομα. Το αμάξι έχει σταματήσει λίγα εκατοστά από το πόδι ενός κουστουμαρισμένου τύπου, με μαλλιά κολλημένα απ’ το τζελ και έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα, που σφίγγει στο στήθος του.)

ΚΟΥΣΤΟΥΜΑΡΙΣΜΕΝΟΣ: Τι κοιτάς ρε; Σου λέω φύγε ρε φύγε ρε φύγε ρε φύγε από δω!

ΠΑΥΛΟΣ: Ετούτη η πόλη με τρελαίνει που υπνοβατώντας περιμένει. Με γκρίζο χρώμα αρρωστημένο, ανίατα βρώμικο κελί μεγεθυμένο.

ΠΑΥΛΟΣ: Χωρίς διαφάνεια σωτηρίας, παλεύει με ρυθμό αοριστίας. Ρουφάει μ’ αγωνία-αναπνέει κι αντί να περπατάει, παραπαίει..

ΚΟΥΣΤΟΥΜΑΡΙΣΜΕΝΟΣ: Σου λέω φύγε ρε φύγε ρε φύγε ρε φύγε από δω! Μη φωνάξω την αστυνομία!!!

(Ο Παύλος βάζει τα γέλια με όλη τη δύναμη της ψυχής του.)

ΠΑΥΛΟΣ: (μου λέει) Έλα, φύγε. Ήθελα να δω αν είναι όσο μπούφοι ήταν κάποτε, κάτι τέτοιοι τύποι σαν αυτόν.

(Φύγαμε. Καθώς τον προσπερνούσαμε ο Παύλος τον μούντζωνε. Άλλωστε, εκείνος είχε περάσει με κόκκινο, παρόλο που ήθελε να πουλήσει τσαμπουκά.)

ΕΓΩ: Το ήξερες ότι θα τον πετύχουμε, ε; Γι’ αυτό μου είπες να στρίψω;

ΠΑΥΛΟΣ: Ήθελα να σπάσω λίγη πλάκα. Μιας που κατέβηκα, να θυμηθώ παλιές στιγμές. (παύση) Όποτε έρχομαι, πάντα ένοχος νιώθω… Ένοχος για κάποια αιτία που δεν την έμαθες ποτέ…

ΕΓΩ: Πες μας ρε φίλε ποιός θεός σ’ ορίζει; Ποιός σε γεμίζει μ’ ενοχές; Σιδηρόπουλος, ε;

ΠΑΥΛΟΣ: Παρών!

(Κάπου εδώ τρακάραμε… Έχω κενό μνήμης. Θυμάμαι πως όταν άνοιξα τα μάτια μου, το πρόσωπό του ήταν τόσο κοντά μου, που νόμιζα πως είχα τετ α τετ με άγγελο, κάπου στον Παράδεισο. Με έβρεχε με ένα μπουκαλάκι νερό  που βρήκε στο ταξί και μου σιγοτραγουδούσε, χαμογελώντας…)

ΠΑΥΛΟΣ: Τούτη η πόλη γίνηκε ανυπόφορη πληγή…  Δες βραδιάζει, μη μιλάς μον’ έλα λίγο πιο κοντά.. Ξέρω πως ανάσκελα θα μας βρούνε ένα πρωί, σέρνοντας στο βλέμμα μας κάποια σιωπηλή κραυγή…

ΠΑΥΛΟΣ: Πριν τελειώσει η νύχτα αυτή πριν μας έβρει το πρωί…

ΕΓΩ: Πες μου αν μ’ αγάπησες όσο ο ήλιος την αυγή..

ΠΑΥΛΟΣ: Πες μου αν μ’ αγάπησες όσο η νύχτα την σιωπή…

ΕΓΩ: Ξέρετε, είμαι μεγάλη σας θαυμάστρια.

ΠΑΥΛΟΣ: Ναι, αλλά δεν με αναγνωρίσατε…

ΕΓΩ: Αν και είστε θεσπέσιος, σας θαύμαζα πάντα για όλα τα άλλα εκτός απ’ την εμφάνισή σας. Δεν πίστευα ποτέ πως είναι εφικτό να συνδυάζει κάποιος μια τέτοια εξωτερική εμφάνιση μ’ έναν τόσο…

ΠΑΥΛΟΣ: …πλούσιο εσωτερικό κόσμο.

ΕΓΩ: Ναι, ακριβώς. Πώς γίνεται να είστε συνεχώς μέσα στο μυαλό μου; Και τι κάνετε εδώ;

ΠΑΥΛΟΣ: Δένω τα μάτια και τα χέρια να μη βλέπω άλλο πια τα σκληρά τους μαχαίρια, τη μικρή τους καρδιά. Και κοιμούνται και ξυπνάνε, μας χτυπάνε όπου βρουν, μηχανές που περπατάνε, που δεν ξέρουν να ζουν.

ΠΑΥΛΟΣ: Κλείνω στόμα και μύτη, του βαρέθηκα πια, να με λένε αλήτη και γελώντας, μαλλιά. Τώρα μόνος σαν τσακάλι στα βουνά τριγυρνώ. Για το κλούβιο τους κεφάλι ούτε που θα νοιαστώ. (παύση, χαμόγελο) Ήρθα απλώς για βόλτα, δεσποινίς μου.. Κι επειδή ήθελα να ‘χω μια ευχάριστη παρέα, διάλεξα εσάς. (παύση) Ελπίζω να μην σας τρομάζω. Θέλετε να ξαναμπούμε στο ταξί; Νιώθετε καλύτερα;

ΕΓΩ: Είστε ένας αληθινός πρίγκιπας. Ποτέ δεν θα το πίστευα αν μου το έλεγαν.

ΠΑΥΛΟΣ: Πρώτον, μην πιστεύετε ό,τι σας λένε. Δεύτερον, μην στέκεστε στα στερεότυπα. Σας παρακαλώ… Τέτοιες χαζομάρες δεν είναι για τις όμορφες Άννες της Αθήνας.

(Βάζω μπρος ξανά, το αμάξι μοιάζει σαν μην τράκαρε ποτέ. Κι εγώ κι αυτό είμαστε σαν καινούριοι, αν και πριν λίγα λεπτά θα έλεγα πως η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή που πετάχτηκα εγώ στο οδόστρωμα κι αυτό έγινε σμπαράλια. Όχι, δεν ισχύει κάτι τέτοιο… Μετά από μια μικρή σιωπή, ο Παύλος αρχίζει πάλι το μουρμούρισμα.)

ΠΑΥΛΟΣ: Έξω βραδιάζει, έπιασε αγέρας δυνατός. Βρέχει κι εγώ γυρνάω μοναχός. Ψάχνω κάπου στην τύχη να σταθώ και σπίτι δε θα μπορώ να κοιμηθώ…

ΕΓΩ: Συγγνώμη που σας διακόπτω…

ΠΑΥΛΟΣ: Παρακαλώ..

ΕΓΩ: Πέρασε καιρός, απ’ το 1990 αν δεν κάνω λάθος, αλλά, έτσι όπως μας βλέπετε, από εκεί πάνω, αυτόν τον καιρό, τι λέτε για εμάς;

(Βάζει τα γέλια για δεύτερη φορά. Ακόμη πιο δυνατά από πριν. Σε μια στιγμή σοβαρεύει. Τραβάει χειρόφρενο, με κοιτάζει με τα υγρά του μάτια αμετακίνητα. Σχεδόν πονάω απ’ αυτό το βλέμμα.)

ΑΥΤΟΣ: «Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους, ένας πέθαινε από αηδία… Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία». Δεν είναι δικό μου. Αλλά σας πάει γάντι. Φτάσαμε νομίζω. Σ’ ευχαριστώ.

(Γωνία Πατησίων με Στουρνάρη τον αφήνω. Τον είδα να ανεβαίνει προς την πλατεία Εξαρχείων. Ξεμάκραινε βηματίζοντας όπισθεν, κοιτώντας με και με χαιρέτησε φωνάζοντας. Αλαζονικός και καχύποπτος πέταξε την μπέρτα του εμπρός και είπε «να φεύγω τώρα είναι η ώρα, θα σας ξαναδώ!»)

(Σαν κάτι να ‘ψαχνε μα κι όλο το ‘χανε κι ούτε ένας ρώτησε να μάθει τι..Μόν’  του ‘παν «μπρος φύγε τώρα, κακιά η ώρα κι ίσως με τον καιρό”»)