Φανταστικές ιστορίες, με φανταστικούς ταξιτζήδες και φανταστικούς επιβάτες.

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Οδηγώντας στη μισοάδεια Αθήνα, παραμονές Δεκαπενταύγουστου, το μηχάνημα δίνει ειδοποιήσεις σχεδόν αποκλειστικά για ξενοδοχεία, λιμάνια, αεροδρόμιο, άντε και κανά μουσείο ή αρχαιολογικό χώρο. Οι πελάτες είναι σχεδόν όλοι τουρίστες.

Πάω στην πιάτσα της Διονυσίου Αεροπαγίτου, δίπλα στα τουριστικά λεωφορεία, εκεί που οι συνάδελφοι εξυπηρετούν αποκλειστικά τουρίστες και η ταρίφα δεκαπλασιάζεται, αφού μαζί με τη διαδρομή προσφέρεις και ξενάγηση.  Μπίζνα, όχι αστεία. Μετά από κανά μισάωρο μέσα στη ντάλα, με πλησιάζει μια κυρία, ίδια με την Κυρία Ντάπφαϊρ από την ομώνυμη ταινία του 1993 και χωρίς ούτε «γεια», ούτε ερωτήσεις, ούτε τίποτα, μπαίνει  φουριόζα και κάθεται στο κάθισμα του συνοδηγού. Μπαίνω κι εγώ απ’ την άλλη, επιστρατεύω τα τρομερά αγγλικά μου και της λέω..

ΕΓΩ: Γουέρ αρ γουί γκόουινγκ, ντίαρ;

Αυτή δεν μιλάει. Κοιτάζει ευθεία μπροστά. Ξαναρωτάω. Κάνει ένα νεύμα, δείχνοντας ίσα πέρα. Της λέω..

ΕΓΩ: Ουάν χάντρεντ γιούρος φορ εν άουερ, οκ;

Κάνει το ίδιο νεύμα και ξεκινάω. Αφού τα συμφώνησες, μαντάμ, φύγαμε. Την αρχίζω το τουρ του κέντρου.

ΕΓΩ: Δις ις Ολίμπικ Στάδιο…. Δις ις Άρντιαν Ντορ… Δις ις Κόνγκρες…

ΑΥΤΗ: (έξαλλη) Λάθος τα λέτε, κύριέ μου. Εκείνο ήταν το Καλλιμάρμαρο. Έπειτα ήταν η Πύλη του Αδριανού. Μετά περάσαμε απ’ το Ζάππειο. Με σκάσατε! Έλεος δηλαδή! Πάμε στον Πειραιά, σας παρακαλώ!

Και βγάζει την περούκα! Από κάτω αποκαλύπτεται ένας καταϊδρωμένος άντρας που στάζει.

ΑΥΤΗ: Και δώστε μου ένα χαρτομάντιλο επιτέλους!

Και βγάζει και τα γυαλιά κι αρχίζει να σκουπίζει το πρόσωπό του κι αρχίζει να φεύγει το μακιγιάζ και αποκαλύπτεται ένα δέρμα χαρακωμένο από αστείες γκριμάτσες αλλά και δάκρυα…

ΕΓΩ: Μα εσείς;!;!

ΑΥΤΟΣ: Μην τρομάζετε.

ΕΓΩ: Με χτύπησε η ντάλα στο κεφάλι;

ΡΟΜΠΙΝ ΓΟΥΙΛΙΑΜΣ: Όχι, εγώ είμαι. Σας παρακαλώ, μην τρακάρουμε.

Και μου σταθεροποιεί το τιμόνι.

ΕΓΩ: Και μιλάτε ελληνικά;

ΡΟΜΠΙΝ ΓΟΥΙΛΙΑΜΣ: Αλήθεια, τώρα, αυτό σας πείραξε;;

ΕΓΩ: Μα τι κάνετε εδώ;;

ΡΟΜΠΙΝ ΓΟΥΙΛΙΑΜΣ: Διακοπές. Undercovered!

ΕΓΩ: Κάνουν τα φαντάσματα διακοπές;

ΡΟΜΠΙΝ: Σας παρακαλώ, μη συγχύζεστε. Πάμε προς τη θάλασσα και θα τα πούμε όλα.

Ανατριχιασμένος ως το κόκκαλο, το βουλώνω και πατάω γκάζι.

ΡΟΜΠΙΝ: Μην τρέχετε, σκιάζομαι. (παύση) Συγγνώμη.

ΕΓΩ: Εγώ συγγνώμη.

Και αρχίζει να προσπαθεί να σπάσει το πάγο, αποφεύγοντας να δημιουργήσει άλλα κρύα ανατριχιαστικά ρεύματα αέρα που με μαστιγώνουν.

ΡΟΜΠΙΝ: Η ανθρωπότητα, πάντως, οφείλει να υποκλίνεται στην ελληνική ιστορία. Μπορεί η οικονομία της χώρας σας να μην πηγαίνει καλά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είσαστε ανίσχυροι. Τα οικονομικά δεδομένα αλλάζουν συνεχώς για όλους. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η κληρονομιά, η ταυτότητά σας. Ο Παρθενώνας δεν φεύγει από την Αθήνα. Είναι ακόμα εκεί για να θυμίζει ότι η πρόοδος και η ακμή μπορούν να επιστρέψουν. Εγώ, πάντως, από τότε που πέθανα, σας επισκέπτομαι κάθε καλοκαίρι. Πότε στην Αθήνα, πότε στη Δήλο, πότε στις Μυκήνες. Όσο ζούσα πήγαινα στα νησιά με σκάφος, αλλά τώρα δεν είμαι για μεγάλες παρέες….

ΕΓΩ: Γιατί;

ΡΟΜΠΙΝ: Ε… τους τρομάζω… καταλαβαίνετε…

ΕΓΩ: Σοφή σκέψη.

ΡΟΜΠΙΝ: Αλλά δεν με πειράζει η μοναξιά. Μου θυμίζει όταν ήμουν μικρός…

ΕΓΩ: Που, τι γινόταν;

ΡΟΜΠΙΝ: (πολύ ντροπαλά) Ξέρετε… ήμουν αρκετά παχουλός, ήμουν και κοντός… και τα άλλα παιδάκια με κορόιδευαν και δεν ήθελαν να με κάνουν παρέα.. Τον περισσότερο χρόνο μου, ως παιδί, τον περνούσα στο μεγάλο μας σπίτι, μόνος, γιατί η μαμά και ο μπαμπάς δούλευαν συνέχεια… Έπαιζα… φανταζόμουν ιστορίες… αυτοσχεδίαζα… περνούσα όμορφα. Ολομόναχος, βέβαια.

ΕΓΩ: Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί κάτι τέτοιο για εσάς.

ΡΟΜΠΙΝ: Ναι… Βέβαια, κάποια στιγμή, εκμεταλλεύτηκα το βάρος μου και μπήκα σε μια ομάδα πάλης, κάνοντας συγχρόνως και ενόργανη γυμναστική. Άρχισα να χάνω βάρος και εκείνη την περίοδο, μπήκα και στη σχολική θεατρική ομάδα, προκειμένου να ξεπεράσω τη συστολή μου. Τα παιδιά γύρω μου γελούσαν και κάπως έτσι άρχισα να κερδίζω το σεβασμό τους.

ΕΓΩ: Πρέπει να είχατε τρομερό χιούμορ, ήδη από τότε…

ΡΟΜΠΙΝ: Η μητέρα μου φταίει… Αν και μοντέλο, ήταν πανέξυπνη και με πολύ χιούμορ. Κατάλαβα, αρκετά νωρίς, ότι για να τραβήξω την προσοχή της, θα έπρεπε να μπορώ να κονταροχτυπιέμαι μαζί της σ’ αυτό το επίπεδο. Είχαμε αναπτύξει έναν ιδιαίτερο κώδικα: εκείνη έλεγε μια ατάκα κι εγώ έπρεπε να απαντήσω με κάτι εξίσου έξυπνο, ώστε να συνεχίσουμε να μιλάμε. Νομίζω, αυτό ήταν μια φοβερή εξάσκηση…

ΕΓΩ: Ο δρόμος είχε στρωθεί από τότε…

ΡΟΜΠΙΝ: Το αστείο είναι πως όταν αποφοιτούσα απ’ το λύκειο, οι συμμαθητές μου με είχαν ψηφίσει ως τον πιο αστείο μεν, αλλά τον λιγότερο πιθανό, δε, να πετύχει στη ζωή του.

ΕΓΩ: Έπεσαν έξω στο τελευταίο…

Τώρα είναι η πρώτη φορά που με κοιτάζει κατάματα.

ΡΟΜΠΙΝ: Όχι και τόσο… (παύση) ΕΚΑΝΑ ΧΟΝΤΡΗ ΜΑΛΑΚΙΑ. ΕΙΜΑΙ ΜΑΛΑΚΑΣ! ΜΑΛΑΚΑΣ! ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ ΦΟΥΛ!

Αρχίζει και φωνάζει. Τραβάω χειρόφρενο. Βγαίνω απ’ το αμάξι. Τον βγάζω έξω κι αρχίζω να τον ταρακουνάω. Ησυχάζει.

ΕΓΩ: Είπα εγώ ότι είστε μαλάκας;

ΡΟΜΠΙΝ: Όχι.

ΕΓΩ: Είπα εγώ ότι κάνατε τρελή μαλακία;

ΡΟΜΠΙΝ: Εγώ το λέω.

ΕΓΩ: Ξέρω πολύ καλά –γιατί τα διάβασα- πως όσα συνέβησαν εκείνο το Αυγουστιάτικο βράδυ του 2014, δεν συνέβησαν γιατί είστε μαλάκας, αλλά γιατί είχατε άνοια με σωμάτια Lewy (Lewy Body Dementia)! Αυτή η ανίατη νευροεκφυλιστική νόσος  του εγκεφάλου σας δημιουργούσε σύγχυση, παρανοϊκές τάσεις, απώλεια μνήμης και ο συνδυασμός με τα φάρμακα που σας είχαν δώσει για το Πάρκινσον, έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα!

ΡΟΜΠΙΝ: Προσπαθούσα να επανεκκινήσω τον εγκέφαλό μου! Προσπαθούσα να ανακτήσω τον έλεγχο του μυαλού μου!

ΕΓΩ: Η αυτοκτονία δεν ήρθε μόνο απ’ την κατάθλιψη. Ήρθε απ’ αυτό το χάος που δημιουργούσαν μέσα στο μυαλό σας όλα αυτά.

ΡΟΜΠΙΝ: Να σου πω… Ζαχαροπλαστείο είναι αυτό πίσω σου;

ΕΓΩ: Ναι.

ΡΟΜΠΙΝ: Μπορείς να πας να πάρεις μερικά μακαρόν σοκολάτας.  Είναι τα αγαπημένα μου. Θα με κάνουν να νιώσω καλύτερα.

ΕΓΩ: Πάω, μπες μέσα, μη σε δει κανείς. Και παίρνε βαθιές ανάσες, ώσπου να έρθω.

ΡΟΜΠΙΝ: Γιες, σερ!

Πλησιάζοντάς τον μ’ ένα μεγάλο κουτί γεμάτο σοκολατένια μακαρόν , είδα τα μάτια του να λάμπουν και τη φάτσα του να χαμογελάει, όπως στις ταινίες, όταν έλεγε κάτι πολύ κωμικό ή κάτι πολύ δραματικό. Αυτό το γέλιο της ευγενικής αυτοπεποίθησης, μαζί με ανακούφιση, με ευγνωμοσύνη, με χίλια δυο ανερμήνευτα μικρά πραγματάκια που τον έκαναν τόσο αγαπητό.

ΡΟΜΠΙΝ: Πιο πολύ χαίρομαι τώρα, παρά να συναντούσα τον ίδιο τον Δία αυτοπροσώπως για να μοιραστούμε όλες τις ερωτικές  εμπειρίες  μας, τρώγοντας αμβροσία και πίνοντας νέκταρ!

(Ησυχία. Τρώει.)

ΡΟΜΠΙΝ: (μπουκωμένος) Ο φίλος μου ο Μπίλι Κρύσταλ το περιέγραψε πολύ σωστά: «Η ταχύτητα με την οποία ερχόταν η κωμωδία είναι η ταχύτητα με την οποία ερχόταν και ο τρόμος». Δεν μπορούσα να θυμηθώ τα λόγια μου. Δεν μπορούσα να είμαι αστείος. Αυτή η αρρώστια μου είχε κλέψει το ταλέντο. Το πιστεύεις; Μου είχε πάρει ό,τι πολυτιμότερο είχα! Έκλαιγα ατέλειωτες ώρες, βουβά κατά τη διάρκεια γυρισμάτων, με αναφιλητά τα βράδια στο σπίτι, πριν κοιμηθώ, όταν ξυπνούσα…

ΕΓΩ: Κατάθλιψη.

ΡΟΜΠΙΝ: Το χειρότερο, το ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΗ Μ’ ΑΥΤΗ ΤΗ ΜΑΛΑΚΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ-

Τον μπουκώνω δύο μακαρόν. Ηρεμεί.

ΕΓΩ: Τι φοβόσουν;

ΡΟΜΠΙΝ: Τα πάντα. Ένα γενικό και ολοκληρωτικό αργκκκκ. Φόβος και αγωνία. Το χειρότερο είναι που μετά τον θάνατό μου, όπως είπαν ερευνητές του Πανεπιστημίου Columbia , οι αυτοκτονίες στις ΗΠΑ εμφάνισαν αύξηση στη διάρκεια των επόμενων μηνών μετά τον θάνατό μου. Λένε πως ορισμένες αυτοκτονίες, ιδίως διασημοτήτων, πυροδοτούν τάση μιμητισμού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, βεβαίως, έχει εκδώσει σχετικές συστάσεις προς τα μέσα ενημέρωσης να αποφεύγουν να δίνουν λεπτομέρειες για τον τρόπο μιας αυτοκτονίας, ακριβώς για να μειώνεται η πιθανότητα μίμησης από άτομα υψηλού κινδύνου, κάτι όμως που δεν τηρείται από πολλά μέσα ενημέρωσης. Θέλω να ξέρετε πως ΕΚΑΝΑ ΜΑΛΑΚΙΑ. Και σημείωσε, σε παρακαλώ και τον αριθμό 1034 που είναι το νούμερο της εμπιστευτικής Γραμμής Βοήθειας για την Κατάθλιψη, να το δίνεις στους πελάτες σου κάθε μέρα. Οι άνθρωποι πρέπει να ζητούν υποστήριξη και φροντίδα για οποιαδήποτε μάχη δίνουν. Πρέπει να πάψουν να αισθάνονται φοβισμένοι.

ΕΓΩ: Ποιο ήταν το τελευταίο πράγμα που ακούσατε, πριν …χαθείτε;

ΡΟΜΠΙΝ: «Καληνύχτα αγάπη μου». Από τη γυναίκα μου.

ΕΓΩ: Σας λείπει;

ΡΟΜΠΙΝ: Τη βλέπω συχνά. Όπως και τα παιδιά μου. Αλλά μόνο όταν κοιμούνται.

ΕΓΩ: Κι όταν αυτές οι διακοπές τελειώσουν, που θα πάτε;

ΡΟΜΠΙΝ: Θα γυρίσω σπίτι.

ΕΓΩ: Στο Λος Άντζελες;

ΡΟΜΠΙΝ: Τσου.

Σηκώνει τα μάτια, σηκώνει και το χέρι του, δείχνει στον ουρανό, με κοιτάζει με ένα πονηρό χαμόγελο και μου κλείνει το μάτι.

ΕΓΩ: Και πώς είναι εκεί πάνω;

ΡΟΜΠΙΝ: Α, έχω μια καταπληκτική βίλα. Σε όλα τα δωμάτια υπάρχουν προθήκες με φιγούρες από στρατιωτάκια και σε κάθε γωνιά μπορείς να παίξεις ένα διαφορετικό video game, ξέρεις, Call of Duty και Battlestations Pacific, κυρίως. Ο φούρνος έχει πάντα πίτες λεμόνι και στο ψυγείο βρίσκεις ατελείωτα σοκολατένια μακαρόν. Στο σαλόνι η μητέρα μου, πεντάμορφη, νεαρή, ντυμένη στα παλ ροζ, διαβάζει πάντα το Harper’s Bazaar και μου πετάει έξυπνες ατάκες. Ο μπαμπάς, στο γραφείο του, μιλάει συνεχώς στο τηλέφωνο για αυτοκίνητα Ford και όποτε περνάω απ’ έξω, διακόπτει, μου χαμογελάει και μου λέει «Ηθοποιός ε; Θαυμάσια! Μπράβο αγόρι μου!». Στο δωμάτιό μου, που είναι τεράστιο κι έχει κερκίδες για να χωράνε χιλιάδες κόσμου, βρίσκονται όλοι οι συμμαθητές μου από όλα τα σχολικά χρόνια και με περιμένουν πως και πως για να παίξουμε. Τα κορίτσια μου λένε συνέχεια πόσο παίδαρος είμαι και πόσο έξυπνος και πόσο αστείος και πόσο ευγενής. Εγώ δεν είμαι πια τόσο εύθραυστος. Και δεν ντρέπομαι πια καθόλου. Με έχει ξεμπλοκάρει πολύ ο μουσάτος μάγκας που πίνουμε τα βράδια μπύρες και με βάζει να του λέω αστεία. Του λέω: «Ρε φίλε, έδωσες στον άντρα μόριο και μυαλό, αλλά όχι και την απαραίτητη ποσότητα αίματος για να λειτουργούν συγχρόνως, τι χουνέρια είναι αυτά;» και ξεραίνεται. Μου είπε πως με συγχώρησε για τη μαλακία που έκανα και πως δεν έφταιγα εγώ, αλλά η αρρώστια μου. Όταν στερεύω από αστεία, πιάνω τα δραματικά κι αρχίζει ο καψερός να κλαίει με μαύρο δάκρυ, που καρβουνιάζει τα άσπρα μούσια και τα άσπρα ρούχα του. Το ‘ξερες εσύ πως έχουν αίσθηση του χιούμορ οι Θεοί;

ΕΓΩ: Αν δεν μου το λέγατε εσείς, δεν θα το πίστευα.

ΡΟΜΠΙΝ: Μα πιστεύεις ό,τι σου λέω; Να προσέχεις με τους κωμικούς… Η κωμωδία είναι να υποκρίνεσαι πως είσαι αισιόδοξος. Νομίζω πως οι περισσότερο δυστυχισμένοι άνθρωποι πάντοτε προσπαθούν όσο πιο σκληρά μπορούν να κάνουν τους άλλους χαρούμενους, επειδή ξέρουν πως είναι να νιώθεις εντελώς ασήμαντος και δε θέλουν να νιώθει κανένας άλλος έτσι…

ΕΓΩ: Και τι άλλο έχει εκεί πάνω;

ΡΟΜΠΙΝ: (μιμούμενος τη φωνή ενός πνεύματος ) Κάνει πολύ ζέστη. Είναι σαν το Μαιάμι στην πραγματικότητα.

ΕΓΩ: Ποιο ήταν το πιο σωστό πράγμα που κάνατε όσο ζούσατε;

ΡΟΜΠΙΝ: Το σωστό είναι αυτό που μένει όταν κάνεις όλα τα άλλα λάθος.

ΕΓΩ: Η ζωή σας δεν είναι πια μια φριχτή κωμωδία.

ΡΟΜΠΙΝ: Πολλές φορές, εδώ στη Γη, έδινα αγώνα για να ξεφύγω από τα πάντα και μερικές φορές για να αντιμετωπίσω τα πάντα. Εκεί πάνω, αυτό που σκέφτομαι είναι … Carpe Diem, αδράξτε τη μέρα ρεεεεεεεε!!!

ΕΓΩ: Είσαι ευτυχισμένος τώρα;

ΡΟΜΠΙΝ: Νομίζω ναι. Και κυρίως δεν φοβάμαι να είμαι δυστυχισμένος. Είναι και αυτό οκ. Και μετά όλα σου φαίνονται καλά. Και αυτό είναι ένα χάρισμα.

Φτάσαμε στο λιμάνι του Πειραιά.

ΕΓΩ: Από εδώ φεύγουν τα πλοία. Θα πάρεις κάποιο;

ΡΟΜΠΙΝ: Ναι, για Μύκονο. Θέλω να πάω στη Δήλο… να μαυρίσω….

Γελάμε κι οι δύο πολύ.

ΕΓΩ: Μην καείς μόνο!

ΡΟΜΠΙΝ: Το να ανησυχείς τόσο πολύ δεν ωφελεί σε τίποτα γιατί ο χρόνος μας πάνω στην γη είναι περιορισμένος.

ΕΓΩ: Σ’ ευχαριστούμε πολύ… Για τα γέλια, για την παρηγοριά, για όλα..

ΡΟΜΠΙΝ: Οι πιο αστείοι άνθρωποι, είναι οι πιο εσωστρεφείς και οι πιο εύθραυστοι. Να το θυμάσαι αυτό. Μπορεί να σου χρειαστεί. Καλό καλοκαίρι. Κι ίσως ξανασυναντηθούμε του χρόνου. Εγώ ευχαριστώ.

ΕΓΩ: Και καλή επιστροφή στο «καυτό Μαΐάμι»!

Ξαναφόρεσε την περούκα του και μπήκε στο πλοίο για Μύκονο.

Oh Captain, my Captain…