Στιγμές από τη συναυλία-διονυσιακό πανηγύρι των Θανάση Παπακωσταντίνου και Σωκράτη Μάλαμα.

«Θέλετε δέντρα ανθίσετε, θέλετε μαραθείτε. Δεν σας ποτίζω δέντρα μου και μη με αδικείτε»: Η φωνή του Μάλαμα αντηχεί στα αυτιά μου σαν την προσευχή ενός αγρότη για βροχή που θα λυτρώσει τη στέρφα γη του. Ο ουρανός έχει το χρώμα μιας τσιμεντένιας αυλής που έχει κλείσει μέσα της τον ήλιο και η πλατεία Νερού μοιάζει έτοιμη να δικαιώσει την ονομασία της. Η βροχή είναι σχεδόν δεδομένο ότι θα σπάσει ξαφνικά και απροειδοποίητα αυτή τη γκρίζα ξηρασία, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα το ατελείωτο, ετερόκλητο πλήθος που έχει συγκεντρωθεί για να λάβει μέρος στη συναυλία-μουσική τελετή των Μάλαμα & Παπακωνσταντίνου. Συναντώ συνάδελφο ο οποίος μου λέει κάτι για τη δουλειά, μια πληροφορία που τη ξεχνάω αμέσως και εκμυστηρεύομαι στον φίλο Βασίλη την σχεδόν κωμική απατεωνιά μου: Μέσα σε ένα μισόλιτρο μπουκάλι αναψυκτικού, έχω περάσει, μέσα από δύο ελέγχους ασφάλειας, μισό λίτρο κόκκινο κρασί. Νιώθοντας πιο πανούργος και από τον Βαγγέλη Ρωχάμη, κερνάω κρασί τον φίλο Βασίλη, ενώ με φευγαλέες ματιές προσπαθώ να αποτιμήσω τον ηλικιακό μέσο όρο των θαμώνων. Δείχνουν όλοι τους 20-25 ετών max, οι άντρες δείχνουν λίγο πιο βλοσυροί, σαν αυτή η αναμονή μέχρι την εμφάνιση του Βασίλη να είναι το αναγκαίο κακό της βραδιάς, ενώ τα κορίτσια στην πλειοψηφία τους βιώνουν ήδη μια διονυσιακή χαρά, με τα χαμόγελα να προσθέτουν αποχρώσεις διακριτικής μαγείας στις σχεδόν ομοιόμορφες – σορτς/τι-σερτ/σανδάλια- τους εμφανίσεις.

Ξεκινάει

Κάπου εδώ θα βγω από τη ντουλάπα, θα αποκαλυφθώ. Βρίσκομαι σήμερα σε αυτή τη συναυλία χωρίς να γνωρίζω πάνω από 5-10 τραγούδια του Σωκράτη Μάλαμα και 15-20 του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Όμως αυτός ο ντροπαλός αγρότης από τη Λάρισα, που τραγουδάει με το αριστερό χέρι να τρεμοπαίζει και παίζει μπουζοκομάνα βυθισμένος στο δικό του ποιητικό σύμπαν, στα δικά μου μάτια, είναι ένας μικρός μεσσίας του λαϊκού τραγουδιού, ένας από τους λίγους συνθέτες της τελευταίας 30ετίας, που στο δίπολο λαϊκό/έντεχνο, επέλεξε να φτιάξει το δικό του δρόμο. Η μουσική του είναι στον πυρήνα της λαϊκή, είναι σαν μια ατμομηχανή που κάνει στάσεις στο jazz rock, στην ηλεκτρονική μουσική, στη country, στην εγχώρια παράδοση. Ο Μάλαμας από την άλλη, ζει μια διαρκή χαρμολύπη μέσα σε κάθε τραγούδι που ερμηνεύει. Το ποτό είναι ένας απατεώνας που παριστάνει τον φίλο και προσφέρει παρηγοριά, οι γυναίκες είναι μαγικές φιγούρες που μπορεί να σε ισοπεδώσουν, καθώς αναζητούν τον επόμενο τους σταθμό, ο ίδιος ο ερμηνευτής είναι μια κωμικοτραγική φιγούρα, με πλήρη συναίσθηση της ύπαρξης του.

Rock n`roll και «βλαχοπάνκ»

Η «Αγρύπνια», η «Ανδρομέδα», ο «Κήπος της Εδέμ», η «Ηλιόπετρα», o “San Michel”, η «Σκέψη Μου Ξημερωμένη» είναι ένα rollercoaster από συνθέσεις που κυριαρχούν τα λαϊκά όργανα, η μπουζοκομάνα, το λαούτο και το κλαρίνο, όμως σε κάθε μια από αυτές, η «πλάτη» είναι ένας ηλεκτρικός τοίχος από κιθάρες και synths: Κάθε τραγούδι μοιάζει έτοιμο να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη του rock n`roll, έχοντας λάβει την επιβεβαίωση του κοινού, που ανάβει καπνογόνα και πετάει τσίπουρο στον ουρανό, που επιστρέφει στα κεφάλια μας σαν βροχή που ξέρει πώς να σε μεθύσει. Ο Βασίλης μου εκμυστηρεύεται πώς στις συναυλίες του Θανάση στη Θεσσαλονίκη, σχεδόν κάθε ένας θαμώνας χορεύει ανάμεσα σε καπνογόνα και ριπές τσίπουρου σαν βροχή. Το κοινό όντως μοιάζει ελαφρώς διαιρεμένο: Σαν ένα τμήμα του να μην πιστεύει αυτό που βιώνει και ένα άλλο να το πιστεύει τόσο πολύ, που να έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Προσωπικά απολαμβάνω αυτό το δημιουργικό διχασμό. Απολαμβάνω ότι ο ίδιος ο Θανάσης αποκαλεί επί σκηνής τη μουσική του «βλαχοπάνκ».

Πεχλιβάνης

«Φαίνεται σίγουρη για τον εαυτό της η Paquita Calliego» ακούγεται η σαμπλαρισμένη φωνή που προειδοποιεί πώς ο Θανάσης θα πιάσει και πάλι την Μπουζοκομάνα για να αναγγείλει τον ερχομό ενός αέρα Πεχλιβάνη, μέσα από το ομώνυμο απτάλικο ζεϊμπέκικο, που φανερώνει σιγά-σιγά ένα jazz rock ξέσπασμα που κατά κανόνα σε παρασέρνει να ζητάς από τον ουρανό να βρέξει κι άλλο τσίπουρο, να μη σταματήσει να βρέχει ποτά. Προηγουμένως, η γοητευτική παρουσία της Ιουλίας Καραπατάκη έχει ερμηνεύσει solo το «Έρημα Κορμιά» και τα «Μιλώ για Σένα». Είναι μονίμως χαμογελαστή, σαν να μη πιστεύει πως αυτό το γλέντι χιλιάδων ανθρώπων συμβαίνει μπροστά της και η φωνή της είναι ικανή να βάλει ακόμα μεγαλύτερη φωτιά στη φωτιά που καίει πάνω από τα κεφάλια μας. Η παρουσία του Φώτη Σιώτα, μιας σχεδόν βουδιστικής φιγούρας που παίζει βιολί καθισμένος σε καρέκλα, με την ερμηνεία του στο τραγούδι «Σαν Μικρό Παιδί», ακούγεται όντως σαν ένα παιδί, ένα μέλος της συμμορίας του Πήτερ Πάν, ενώ και ο ίδιος εμφανισιακά, παρά τις ρυτίδες στο μέτωπο, είναι σαν μικρό παιδί. Και ποιος δεν είναι, ένα βράδυ σαν αυτό.

Ευτυχείς και Λυπημένοι (και Πότες)

Κοιλάδα Των Τεμπών, Αμερική, Τράτα, Σιμούν, Ευτυχείς Λυπημένοι και Πότες. Ο Θανάσης και ο Σωκράτης έχουν ακολουθήσει το παράδειγμα του κοινού και είναι εμφανές πια ότι πίνουν κι εκείνοι αλκοόλ, γελάνε και κάνουν αστεία για την «Μακεδονομανία» και άλλες inside σπόντες, που κανείς δεν είναι σίγουρος πως καταλαβαίνει ακριβώς. Έχουν περάσει αισίως 4 ώρες και το ντουέτο μας αποχαιρετά, αναγγέλλοντας τα ονόματα των μουσικών που απαρτίζουν τη μπάντα. Η βροχή είναι έτοιμη να μας προϋπαντήσει στην έξοδο, ως η μοναδική συνθήκη που ενώνει μυημένους και αμύητους στη μουσική του Θανάση, εκστασιασμένες, μεθυσμένες και πολύχρωμες ψυχές με κουρασμένα πρόσωπα που τρέχουν προς την κατεύθυνση της στάσης του Τραμ. Η πρώτη μου φορά σε συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου με ανέβασε από το πρώτο λεπτό στην ατμομηχανή/υπερταχεία των μουσικών του πειραματισμών και μου απέδειξε ότι το λαϊκό τραγούδι είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ένα σύμπαν που επεκτείνεται πέρα από ιδεοληψίες και εμμονές του παρελθόντος. Ήταν ένα βράδυ στον Κήπο της Εδέμ. Όπως θα είναι και το επόμενο.