Η στήλη «Χαμένη Ιστορία» περιγράφει, με λίγα λόγια, περιστατικά που παραμένουν μυστήριο μέχρι και σήμερα. Γεγονότα όπως αυτό της «9ης Ρωμαϊκής Λεγεώνας» που έχουν αφήσει το στίγμα τους στην ανθρώπινη ιστορία, χωρίς να υπάρχει κάτι απτό που να δικαιολογεί την πλήρη εξαφάνιση τους από προσώπου γης ή αντικείμενα όπως το «Άγιο Δισκοπότηρο».

Ένα τεράστιο μυστήριο που δεν θα μπορούσαμε να μην ρίξουμε μια ματιά, είναι εκείνο του χαμένου στρατού του Καμβύση Β’, που εξαφανίστηκε από μία αμμοθύελλα στην Σαχάρα. Το να χάνεται ένα πλοίο ή ένα αντικείμενο είναι κάτι που λίγο πολύ μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό και να του αποδοθεί κάποια εξήγηση όπως το λιώσιμο ή η καταστροφή. Το να χαθούν όμως 50,000 πλήρως εξοπλισμένοι άνδρες είναι κάτι που δεν μπορεί να χρεωθεί σε απλές αμμοθύελλες. Ας δούμε παρακάτω, για τι μιλάμε.

Ο Καμβύσης Β’, υιός του Μέγα Κύρου (Κύρος Β’), ήταν βασιλιάς της Περσίας από την δυναστεία των Αχαιμενιδών. Ανέλαβε τον θρόνο 20 χρονών (530 π.Χ.) μετά τον θάνατο του Μέγα Κύρου και πρωτεύων στόχος του ήταν να διευρύνει την Περσική αυτοκρατορία. Προκειμένου να πραγματοποιήσει αυτό το σχέδιο, στράφηκε προς τα εδάφη της Αιγύπτου όπου και κατέστρεψε τα στρατεύματα του Φαραώ Ψαμμήτιχου Γ’ σε μία φοβερή εκστρατεία. Στην συνέχεια, έχοντας υψωμένο ηθικό, κατευθύνθηκε προς το βασίλειο του Κους (Σουδάν). Εκεί, αντιμετώπισε ιδιαίτερα προβλήματα κυρίως επειδή τα στρατεύματα του δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις συνθήκες της ερήμου, καταλήγοντας σε μεγάλες απώλειες. Αν και ο στρατός του επέστρεψε από την θλιβερή αυτή «αυτοκτονία», ο Ηρόδοτος αναφέρει πως, ο Καμβύσης Β’ διέταξε τον στρατό του να κατευθυνθεί προς το μαντείο του Άμμωνα στην Σίουα και να το καταστρέψει. Οι ιερείς, δεν αναγνώριζαν τον Καμβύση Β’ ως «νόμιμο» διάδοχο του θρόνου της Περσίας, κάτι που τον εξόργιζε.

Ο στρατός του Καμβύση Β’, μετρούσε 50.000 ένοπλους άνδρες. Καθώς εισήλθαν στην Σαχάρα, λίγο μετά, οι άντρες εντόπισαν μία αναπάντεχη αμμοθύελλα η οποία εξαφάνισε τα πάντα στο πέρασμα της. Παράλληλα, όπως αναφέρουν αρκετοί αρχαίοι ιστορικοί, ο Περσικός θρόνος είχε «αναληφθεί» από έναν «υποτιθέμενο αδελφό» του Καμβύση Β’, που στην πραγματικότητα ήταν ιερέας του Ζωροαστρισμού και άκουγε στο όνομα Γαυμάτα. Μη μπορώντας να αγνοήσει αυτήν την απειλή ο Καμβύσης Β’, αναγκάστηκε να στρέψει την προσοχή του σε αυτόν και επέστρεψε πίσω προκειμένου να τον αντιμετωπίσει. Κατά τον πηγαιμό του, το 522 π.Χ., πέθανε «αναπάντεχα». Έπειτα ακολούθησε ένα αναπάντητο ερώτημα… τι συνέβη τελικά;

Η εξαφάνιση του στρατού του Καμβύση Β’, είναι μία από τις πιο μυστήριες στην ιστορία των ανεξήγητων και έδωσε ερεθίσματα σε πολλούς «κυνηγούς». Αρκετοί ξεκίνησαν (προφανώς) τις έρευνες για τον χαμένο στρατό, με σημαντικότερη να είναι αυτή του Αμερικανού Γκάρι Τσάφετζ που δεχόταν χρηματοδότηση από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, το National Geographic, την Αιγυπτιακή Υπηρεσία Γεωλογίας και Μεταλλευμάτων και το Ligabue Research Institute, προκειμένου να κινηθεί κατά μήκος των Λιβυκών συνόρων. Η αποστολή διήρκεσε περίπου έξι μήνες καλύπτοντας τεράστια έκταση (Μπαχρέιν έως Σίουα). Συνολικά συμμετείχαν 20 γεωλόγοι, αμέτρητοι εργάτες, απεσταλμένος φωτογράφος του National Geographic, παραγωγοί και στούντιο του κινηματογράφου, καθώς και ένας ανιχνευτικό αεροσκάφος σε συνδυασμό με επίγεια ραντάρ. Στα ευρήματα, αναγράφονται 500 τάφοι Ζωροαστρικής προέλευσης, που περιείχαν οστά που χρονολογούνταν αρκετά χρόνια νωρίτερα από το συμβάν της χάσης του στρατού. Επίσης βρέθηκε μία σκαλισμένη σφίγγα από ασβεστόλιθο, Περσικής προέλευσης. Οι έρευνες σταμάτησαν όταν ο Τσάφετζ συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπείας, άσχετα από το γεγονός πως είχε άδεια για αυτήν την έρευνα. Σύντομα αφέθηκε ελεύθερος, χαρίζοντας το ερευνητικό αεροσκάφος, στην Αιγυπτιακή κυβέρνηση.

Το 2000, μετά από αναζήτηση πετρελαίου στην Αιγυπτιακή Δυτική Έρημο, υπήρξαν ευρήματα από αρχαία ενδύματα και μέταλλα που θεωρήθηκε πως προέρχονται από τους πεθαμένους στρατιώτες του Καμβύση Β’. Το Ανώτατο Συμβούλιο Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου προχώρησε σε ανακοίνωση εκκίνησης έρευνας, χωρίς να υπάρχει κάποια δημοσιευμένη πληροφορία για αυτήν την ενέργεια και το αποτέλεσμα.

Το 2009, δύο Ιταλοί αρχαιολόγοι, Άντζελο & Αλφρέντο Καστιλιόνι, ανακάλυψαν λείψανα ανθρώπων και απομεινάρια όπλων που με μία πρώτη εκτίμηση, η χρονολόγηση τους συνέπιπτε με την χρονολογία που χάθηκε ο στρατός του Καμβύση Β’. Έπειτα, έγινε μια απίστευτη ανακάλυψη ενός φυσικού καταφυγίου, μέσα στην έρημο. Το καταφύγιο ήταν ένας βράχος με 35 μέτρα μήκος, σχεδόν 2 μέτρα ύψος και 3 μέτρα βάθος. Δυστυχώς η πορεία της δράσης των αδελφών Καστιλιόνι αμαυρώθηκε εξαιτίας του «αμφιλεγόμενου» παρελθόντος τους (παραγωγοί αμφιλεγόμενων ντοκιμαντέρ) και της μη δημοσίευσης των ευρημάτων τους μέσω κάποιας επίσημης μελέτης. Όταν το θέμα πήρε μεγάλη έκταση, το Ανώτατο Συμβούλιο Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου δήλωσε πως όλα αυτά είναι αβάσιμα και ότι οι αδελφοί Καστιλιόνι δεν είχαν ποτέ την έγκριση για εκσκαφές.

 

Ενώ το μυστήριο παραμένει, ο Όλαφ Κάπερ, Ολλανδός αρχαιολόγος, θεωρεί πως ο χαμένος στρατός δεν έχει βρεθεί επειδή «η εμπειρία διδάσκει πως δεν μπορεί να πεθάνει κάποιος από μια αμμοθύελλα». Ο Κάπερ το δήλωσε και δημόσια, το 2014 στο «Διεθνές Συνέδριο Βαβυλών», επισημαίνοντας πως ο στρατός του Καμβύση Β’ καταστράφηκε ολοσχερώς στο πεδίο της μάχης αλλά αποκρύφτηκε λόγο προπαγάνδας. Όταν ο Δαρείος Α’ κατέστειλε την εξέγερση των Αιγυπτίων, λίγα χρόνια μετά, έδωσε την εξήγηση πως ο στρατός του Καμβύση Β’ χάθηκε από αμμοθύελλα προκειμένου να μην επηρεαστεί το ηθικό του λαού. Αρκετά χρόνια μετά, το κατέγραψε εξίσου και ο Ηρόδοτος, «επισημοποιώντας» το.

«όταν οι Πέρσες ξεκίνησαν από την πόλη Όαση εναντίον των Αμμωνίων διασχίζοντας την έρημο και ήταν περίπου στα μισά της διαδρομής μεταξύ της πόλης τους και της Όασης, κατά τη διάρκεια του φαγητού φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και τους έθαψε όλους. Έτσι χάθηκαν…»


Διαβάστε τις προηγούμενες «Χαμένες Ιστορίες»:

Το Κύπελλο του Μουντιάλ (1983)

Η 9η Ρωμαϊκή Λεγεώνα (108 μ.Χ.)

Το Άγιο Δισκοπότηρο

Το Κεχριμπαρένιο Δωμάτιο (1943)

Τα κοσμήματα του Ιρλανδικού Στέμματος (1907)

Το Κοινοβουλευτικό Σκήπτρο της Βικτώρια (1891)

Το χρυσωρυχείο του χαμένου Ολλανδού (1891)

Το πλοίο Μαχόγκανι (1880)

Πτήση 19 (1945)