Ήταν «δεύτερα σπίτια» τουλάχιστον για μια γενιά Αθηναίων.

Υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση με το να αποκαλείς ένα μπαρ «δεύτερο σπίτι» σου. Οι περισσότεροι αυτόματα θεωρούν πως είσαι αλκοολικός, για παράδειγμα. Ή πως δεν έχεις ζωή και περνάς όλο σου τον ελεύθερο χρόνο πάνω από την μπάρα ενός μαγαζιού, πίνοντας, καπνίζοντας και αμπελοφιλοσοφώντας.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Το να νιώθεις άνετα σε έναν δημόσιο χώρο γεμάτο κόσμο, το να είσαι μόνος σου και παρ’ όλα αυτά να ξέρεις πως αν νιώσεις την ανάγκη να πας εκεί θα βρίσκεις πάντα κάποιον «δικό σου» για να μιλήσεις -είτε αυτός είναι θαμώνας είτε barman είτε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης-, το να έχεις συνδέσει αυτό το μαγαζί με μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής σου, όλα αυτά και πολλά ακόμα μετατρέπουν ένα μπαρ σε δεύτερό σου σπίτι.

Όταν αυτό το σπίτι δεν υπάρχει πια, δεν μένεις στο δρόμο, φυσικά.
Θα πας και σε άλλα μαγαζιά, θα ακουμπήσεις σε νέες μπάρες, θα πιάσεις φιλίες με καινούργιους barmen μέχρι που, στο τέλος, θα βρεις το νέο σου στέκι που θα γίνει και το νέο σου «δεύτερο σπίτι». Και θα είναι υπέροχο.
Όπως συμβαίνει με όλες τις σχέσεις, ωστόσο, ποτέ δεν θα ξεχάσεις την πρώτη σου αγάπη.

Decadence

deca_risegr

Όταν άρχισε να ακούγεται πως το Decadence πάει για κλείσιμο, ήταν η πρώτη φορά που άρχισα να πανικοβάλλομαι για ένα μαγαζί. Τόσο λόγω ηλικίας όσο και εμπειριών, «το σπίτι του παλιού αντιβασιλέα» (όπως το περιέγραφαν χαρακτηριστικά τα σποτάκια στο ραδιόφωνο) ήταν το πρώτο μου «δεύτερο σπίτι». Εκεί πέρασα τα πρώτα μου (πολύ) μεθυσμένα βράδια, εκεί χόρευα μέχρι το πρωί, εκεί γύρισα τον κόσμο μέσα από θεματικά πάρτυ και βραδιές Erasmus, εκεί έπαιξα ping-pong στις 3 το πρωί, εκεί είδα «κρυφές» συναυλίες, εκεί γνώρισα από κοντά μερικά από τα μουσικά μου είδωλα, εκεί έκανα μεγάλες φιλίες, εκεί ήταν και το πρώτο μου ραντεβού με αυτόν που κοιμάται μέχρι και σήμερα δίπλα μου τα βράδια. Το Decadence ήταν το αντίθετο από το όνομά του για μια ολόκληρη γενιά, όπως ακριβώς θα είναι και κάποιο άλλο στέκι του κέντρου για μια νεότερη γενιά αυτές τις μέρες. Ένα σπίτι που αν περάσεις απέξω σήμερα, θα μας ακούσεις ακόμα να τραγουδάμε – πιθανότατα κάτι από Pixies.

 

Camel

Το Camel, όπως το γνώρισα εγώ και πολλοί ακόμα φαντάζομαι, θα είναι για πάντα οι «The Old School ‘80s Reunion Party» βραδιές του Δημήτρη Παπασπυρόπουλου. Το πάρτυ που περιμέναμε όσο κανένα άλλο, το πάρτυ της εφηβείας μας, εκείνα τα πρωινά που γυρίζαμε σπίτι τύφλα και οι γονείς μας μάς κοίταζαν από πάνω μέχρι κάτω κουνώντας το κεφάλι – μερικοί ωστόσο, ίσως να ζήλευαν και κάπως. Αν ήθελες να χορέψεις, να χορέψεις πραγματικά όμως, ασταμάτητα, σαν να μη σε βλέπει κανείς -που λένε-, το Camel ήταν μονόδρομος. Πες το μου αυτό για ένα, ένα, μαγαζί σήμερα. Γιατί εγώ δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο.

 

Soul

Πολύ πριν τους πολυχώρους με φαγητό-ποτό-χορό-συναυλίες-εκθέσεις-παζάρια-δεν ξέρω κι εγώ τι, που είναι πλέον το νέο trend της πόλης, το Soul είχε δείξει πρώτο το δρόμο, πιο διακριτικά και με περισσότερο στυλ. Έπινες το χαλαρό ποτό σου στο ισόγειο, έτρωγες εξαίσια ασιατική κουζίνα στο εστιατόριο-αίθριο και είτε έμενες στο μπαρ για να συνεχίσεις τη βραδιά είτε πήγαινες πάνω. Αυτό το «πάνω» ήταν που μας κατέστρεψε. Το dance room του Soul πότισε δεκάδες βράδια από τον ιδρώτα μας, υπό τους ηλεκτρονικούς ήχους διάσημων DJ, εγχώριων και εισαγωγής. Ήταν, δε, πάντα υπέροχο να βλέπεις κάτι λιωμένα, ξεθεωμένα από το χορό «παλικάρια» με ανάκατα μαλλιά, ξεκούμπωτα πουκάμισα και ξεβαμμένο make up να κατεβαίνουν τις μεγάλες ώρες της νύχτας τη σκάλα για να βρουν την έξοδο, περνώντας ανάμεσα από τους ατσαλάκωτους θαμώνες που είχαν επιλέξει να μείνουν στο ισόγειο. Θα ήθελα πολύ να γελούσα μαζί τους παρέα με τους δεύτερους, αλλά η μοίρα τα έφερε έτσι που ανήκα πάντα στους πρώτους.

 

BarGuruBar

Bar-Guru-Bar_risegr

Το μαγαζί που προσπάθησε όσο κανένα να δώσει νέα πνοή στην παρατημένη Πλατεία Θεάτρου και τη γύρω περιοχή και «έπεσε» πολεμώντας γι’ αυτόν το σκοπό, αποχωρώντας όμως με το κεφάλι ψηλά. Στο Guru γνωρίστηκαν ίσως τα περισσότερα ζευγάρια της πόλης που τώρα είναι παντρεμένα με παιδιά, εκεί φάγαμε το καλύτερο ταϋλανδέζικο (να ήταν άραγε όντως το καλύτερο ή ήταν το μαγαζί που το έκανε αξεπέραστο στη μνήμη μας;), ήπιαμε μεθυστικά cocktail και ακούσαμε καλή jazz για ώρες, στο Jazz Upstairs. Όλα αυτά, ανάμεσα σε ατελείωτες κουβέντες, αναλύσεις, ιστορίες και φλερτ, πολύ φλερτ, πάρα πολύ φλερτ, πάντα με λιγδωμένα δάχτυλα από το finger food.

 

Tribeca

tribeca3_risegr

Μπορεί να ήταν στο Κολωνάκι, τίποτα όμως πάνω στο Tribeca δεν ήταν δήθεν, prive ή απόμακρο. Δημοσιογράφοι, φωτογράφοι, ηθοποιοί και διάφορες προσωπικότητες της πόλης κλείνονταν ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους και τα ελάχιστα τετραγωνικά αυτού του μαγαζιού με τον χαμηλό φωτισμό και τη νεοϋρκέζικη διακόσμηση, σαν μια πολύβουη κυψέλη με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα και ατελείωτη όρεξη για αλκοόλ. Τα απογεύματα καθόμασταν στα λίγα τραπεζάκια του πεζοδρομίου και πίναμε τον καλύτερο καπουτσίνο του κέντρου – μέχρι να χωθούμε πάλι μέσα στη μικρή ατμοσφαιρική τρύπα και να πίνουμε βότκες μέχρι αργά το βράδυ, υπό τις μουσικές του φίλου DJ. Για κάποιο λόγο πάντα οι DJ του Tribeca ήταν γνωστοί ή φίλοι. Δεν ξέρω γιατί.

 

Kinky

kinky_risegr

Η περίπτωση του Kinky ήταν σαν μια όμορφη παραίσθηση. Μπορεί να έφταιγε το ροζ, χνουδωτό του ταβάνι και τα king-size κρεβάτια του που ήταν λες και είχαν βγει κατευθείαν από την Barbarella. Μπορεί να ήταν οι μουσικές του που πάντα, αλλά πάντα, έθεταν τον πήχη πολύ ψηλότερα από τα υπόλοιπα μαγαζιά και σε κάθε αλλαγή του DJ έβρισκες τον εαυτό σου είτε να ψάχνει να σημειώσει το κομμάτι που παίζει είτε να τραγουδάει χτυπώντας με δύναμη την ντισκομπάλα που κρεμόταν λίγο πιο πέρα. Μπορεί να ήταν το ότι πάντα πετύχαινες εκεί κάποιον που ήθελες καιρό να γνωρίσεις και ξαφνικά εμφανιζόταν μπροστά σου ως διά μαγείας και, κοίτα σύμπτωση, είχατε και κοινούς γνωστούς. Αν το Kinky δημιουργούνταν σήμερα, ίσως να μην του δίναμε και τόση σημασία, μπορεί να το βρίσκαμε ακόμα και κάπως υπερβολικό. Τότε, όμως, ήταν ακριβώς αυτό που είχαμε ανάγκη και δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο μέχρι τότε.

 

Pop

pop_risegr

Το Pop είχε την κακή τύχη να ξεπέσει (κάμποσο) πριν κλείσει για πάντα, σαν το αγαπημένο σου συγκρότημα που σε έκανε αυτόν που είσαι σήμερα, μέχρι τη στιγμή που έφτασες στο σημείο να το σιχαθείς. Αλλά πολύ πριν από αυτό, συνέβαιναν «συναρπαστικά» πράγματα σε εκείνη τη μικροσκοπική γωνιά στον πεζόδρομο της Κλειτίου. Ξέφρενοι χοροί, αγκαλιές στο δρόμο, οι πιο ψαγμένες μουσικές της πόλης (από εδώ έμαθε το Kinky), εξίσου άπειρα πρώτα ραντεβού με το Guru, το θρυλικό Zombie (και το λιγότερο θρυλικό αλλά μεγάλη αδυναμία της γράφουσας, White Beast), ιστορικά μέχρι και σήμερα ξεμοναχιάσματα στη μία και μοναδική τουαλέτα, η Λιλίκα, φυσικά, και λίγο-πολύ μια ολόκληρη ζωή ανάμεσα σε πολύχρωμα πλακάκια και μια θρυλική μωβ τζαμαρία.

 

MoBetter

mo_better_risegr

Η μαύρη αλήθεια είναι πως το MoBetter δεν το τίμησα όσο του άξιζε και πλέον δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Άλλωστε, όταν έκλεισε μέσα στο καλοκαίρι που μας πέρασε, γράφτηκαν τόσα πολλά για το ιστορικό afterάδικο της γωνίας Θεμιστοκλέους και Κωλέττη, ειπώθηκαν τόσες ιστορίες και μοιράστηκαν τόσες αναμνήσεις, που δεν έχει νόημα να προσθέσω κάτι παραπάνω. Το MoBetter θα είναι πάντα στο μυαλό μου μια μεγάλη θολούρα, εκείνη η ώρα της νύχτας που το επόμενο πρωί τη θυμόμουν αποσπασματικά, με αναλαμπές και βαβούρα, με μυρωδιά μπύρας και καπνού, με γυμνά χέρια και πολύ ιδρώτα, με σκληρές κιθάρες και μπερδεμένα μαλλιά στον αέρα. Και, φυσικά, εκείνη η φορά που είχαμε πάει στις 4 το πρωί για ένα τελευταίο ποτό και ο τύπος στην είσοδο μας είχε πει «συγγνώμη, παιδιά, δεν χωράει ούτε ένας ακόμα μέσα, μπορείτε να περιμένετε αν θέλετε». Άλλη μια συνηθισμένη βραδιά στο Mo, δηλαδή.

 

Use

use_risegr

Για το Use θα μπορούσα να γράψω άλλες τόσες λέξεις από όσες έχουν γραφτεί μέχρι τώρα σε αυτό το κείμενο, καμία όμως δεν θα είναι αρκετή για να περιγράψει το πόσο μας σημάδεψε αυτό το μαγαζί. Θες γιατί το έζησα στο μεγαλύτερο μέρος της «ώριμης» ζωής μου; Θες γιατί εκεί φτιάξαμε με τα χρόνια μια παρέα που κατέληξε να γίνει μια μεγάλη οικογένεια; Στο Use βρήκαμε όλα όσα δημιουργούν αυτό το «δεύτερο σπίτι» που λέγαμε στην αρχή. Φαινομενικά, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας στενός διάδρομος με μια μεγάλη μπάρα και ένα πλακόστρωτο με λίγα τραπέζια, «κρυμμένος» στη γωνία πίσω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Πλατεία Καρύτση. Κατέληξε, όμως, να γίνει το μαγαζί που κάναμε από barbeque και πάρτυ γενεθλίων, μέχρι πάρτυ γάμου και βάφτισης. Το μέρος που το να σκαρφαλώνεις στα σκαμπό και να ουρλιάζεις τους στίχους του «Don’t Look Back in Anger» ήταν κάτι σαν απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσεις να περάσεις από την πόρτα του. Μας μάζεψε σκόρπιους από χίλιες δυο μεριές και μας έκανε μια μεγάλη παρέα. Και αυτό, σίγουρα, δεν το ξεχνάς ποτέ.

[themify_button ]Της Ν.Κ.[/themify_button]
Share on FacebookTweet about this on TwitterPin on PinterestShare on Google+Share on Tumblr