Ζέστη, συνωστισμός και στο φινάλε: ΠΑΣΑΡΕΛΑ..

Ήταν πρωί του Ιουλίου, κοντά στο Κουσάντασι. Η ομάδα του CruiseInn μόλις είχε ξυπνήσει, είχε ολοκληρώσει τις διαδικασίες του πρωινού και βρισκόταν σε μία μη επιβεβαιωμένη κατάσταση διασκορπισμού μέσα στο πλοίο της Celestyal. Οι πληροφορίες μου έλεγαν ότι η ομάδα θα πήγαινε εκδρομή στην Αρχαία Πόλη της Εφέσου. Άρα ως σωστός δημοσιογράφος, που κάλυπτε την εκδήλωση του CruiseInn, έπρεπε να τους ακολουθήσω. Βγαίνοντας από το καράβι και φτάνοντας στο λεωφορείο που θα μας πήγαινε στην Έφεσο, διαπίστωνα πως τα περισσότερα μέλη της ομάδας είχαν ματαιώσει τη συμμετοχή τους στην εκδρομή, με σκοπό να δουλέψουν εντός του πλοίου, τις επιχειρηματικές τους ιδέες. Ήμουν εγώ, ο οπερατέρ Κωστής, δύο μέλη της ομάδας των κριτών και δύο δημοσιογράφοι. Μαζί και δύο ηλικιωμένες κυρίες που είχαν βρεθεί χωρίς κάποια συγκεκριμένη αφορμή επάνω στο λεωφορείο. Η ζέστη ήταν τόσο δυνατή που νόμιζες ότι μπορούσε να διαβρώσει το πρόσωπο σου και να σε μετατρέψει σε μια καφεκόκκινη εκδοχή του Τζόκερ.

Το Κουσάντασι με μια πρώτη ματιά θύμιζε λίγο Μαϊάμι, λίγο Λούτσα, λίγο Λίμνη Βόλβη, κάτι καλτ και μεγαλειώδες ταυτόχρονα, λίγο Σωτήρης Τζεβελέκος και λίγο Brad Pitt, ένα καρπάτσιο τόνου και ένα σουβλάκι με προβατίνα στο ίδιο τραπέζι. Προσπαθούσα να βρω κι άλλους αντίστοιχους παραλληλισμούς, καθώς το λεωφορείο είχε ξεκινήσει τη διαδρομή του για την Έφεσο, όμως η φωνή της ξεναγού διέκοπτε με το έτσι θέλω τις σκέψεις μου. Η κυρία Μαλαγουζία ή Ασημίνα ή Τσουκνίδα (συγνώμη, δεν θυμάμαι το όνομα της) διηγούταν χωρίς σταματημό την ιστορία της Αρχαίας Εφέσου, τα ωράρια που δουλεύουν οι Κουσαντασιανοί, τις μεγάλες και τις μικρές πόλεις της Τουρκίας και την ιστορία των ονομάτων τους, πόσες γυναίκες παντρεύεται ο κάθε Τούρκος και άπειρες άλλες πληροφορίες που ξέχασα αμέσως.

Ένα διάλειμμα για μερικές ιστορίες πληροφορίες για την Αρχαία Έφεσο

Η Έφεσος ήταν μία από τις σημαντικότερες Ιωνικές πόλεις της Μικράς Ασίας σχεδόν στα παράλια του Αιγαίου. Ήταν χτισμένη παρά τον μυχό του Καΰστριου κόλπου Α.ΒΑ. της Σάμου.

Σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις περί της Εφέσου που διέσωσαν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς ιστορικοί, γεωγράφοι κ.λπ. η Έφεσος φερόταν να κατοικήθηκε κατά τους προϊστορικούς (μυθικούς) χρόνους από τις Αμαζόνες που φέρονταν να κινήθηκαν από την περιοχή του Καυκάσου, κάνοντας επιδρομές στη Μικρά Ασία και καταλαμβάνοντας διάφορες περιοχές – πόλεις που πήραν το όνομα των ικανοτέρων εξ αυτών, οι οποίες και ήταν μεταξύ άλλων η Έφεσος, η Σμύρνη, η Κύμη, η Μύρινα και η Σινώπη.

(Πηγή:Wikipedia)

Σύμφωνα με την παράδοση, η πρώτη χριστιανική εκκλησία στην Έφεσο δημιουργήθηκε τον 1ο αιώνα, από μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Τώρα απομένουν μόνο ερείπια της αρχαίας πόλης και του ναού, που τα περισσότερα έχουν έρθει στο φως από τις ανασκαφές.

Αυτό που συνέβη εντός του αρχαιολογικού χώρου της Εφέσου, μπροστά στα δικά μου μάτια, έμοιαζε πολύ διφορούμενο. Η Βιβλιοθήκη, η Αγορά, η Εκκλησία -ή ότι είχε απομείνει από αυτά- κρατούσαν ακόμα κοινωνικές/αισθητικές/πολιτικές αναφορές του Βυζαντινού πολιτισμού και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στις δημόσιες τουαλέτες μπορούσες να δεις τις «λεκάνες» όπου κάθονταν οι πλούσιοι της εποχής και τα σημεία όπου ο καθένας είχε στο πλευρό του κι από έναν υπηρέτη για να τον καθαρίζει, αφού είχε κάνει την ανάγκη του. Το αρχαίο Θέατρο της Εφέσου ήταν ακόμα σε λειτουργία και όπως μαθαίναμε από τη ξεναγό (που μίλαγε ακατάπαυστα για περίπου 45 λεπτά – λες και είχε φορτιστεί με μπαταρίες) σε αυτό είχε εμφανιστεί ο Elton John και ο Τζούλιο Ιγκλέσιας (ορκίζομαι, έτσι τον είπε). Σχεδόν η κάθε εικόνα από την αρχαία πόλη της Εφέσου έμοιαζε να αποτυπώνει τους στίχους από το «Όνειρο» του Θανάση Παπακωνσταντίνου

«Πολιτεία απέραντή, από γυαλί και κεχριμπάρι, τα χρώματα της ίριδας, της έπλεκαν στεφάνι.»

Καθώς η ξεναγός με το παράξενο όνομα έφτυνε λέξεις χωρίς διάλειμμα, ο ήλιος έμοιαζε να κατευθύνει ένα στρατό από Κινέζους που δεν έβλεπαν μπροστά τους, Πορτορικανούς και Ισπανούς που μιλούσαν δυνατά και με τονισμένες τις καταλήξεις των λέξεων, Βρετανούς με αυστηρό pronunciation σαν δευτεραγωνιστές του Peaky Blinders, Κύπριους, παιδιά ανήλικα σε μόνιμο κλάμα και δυστυχία, γονείς σε μόνιμη παραφροσύνη με τα παιδιά τους και ο οπερατέρ Κωστής σε μια αυτόνομη δημιουργική μοναξιά μέσα από το φακό της κάμερας του (που τόσο ζήλευα). Η προοπτική της διεξαγωγής κάποιων συνεντεύξεων με την ομάδα του CruiseInn στον χώρο της Εφέσου, ήταν ένα σχέδιο που θα καταχωνιαζόταν για πάντα στο νεκροταφείο των καλών ιδεών που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ.

Είχα γίνει ένας τουρίστας εκ παρεκτροπής, αλλά η ξενάγηση έμοιαζε να φτάνει σε κάποιο τέλος. Η φωνή της ξεναγού σε συνδυασμό με τη ζέστη -που πλέον ήμουν σίγουρος ότι είχε διαβρώσει κομμάτια από τα πρόσωπα μας- με είχε παρασύρει σε μια κατάσταση τρανς – σχεδόν πίστευα πώς σε κάποιον από αυτούς τους χώρους της Αρχαίας Εφέσου, υπήρχαν φαντάσματα των κατοίκων, οι οποίοι προσπαθούσαν να αναπαυτούν με ησυχία, αλλά οι ροές των τουριστών τους είχαν εξοργίσει. Η σκέψη αυτή μου προκαλούσε ένα ενδόμυχο τρόμο, το ίδιο και το κεφάλι του συναδέλφου δημοσιογράφου Γιάννη, τόσο κόκκινο από τον ήλιο, που μου θύμιζε το «Ένα Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι» από τις Τρύπες. Λίγο πριν ο τρόμος που είχε φωλιάσει μέσα στο μυαλό μου, ξεκινήσει να αποτυπώνεται στα αγάλματα της αρχαίας πόλης, διαπίστωνα πως η ξενάγηση είχε ολοκληρωθεί. Επιτέλους.

Η ιδέα πως θα είχαμε 2+ ώρες δικές μας στο Κουσάντασι, προκαλούσε χαρά και στον οπερατέρ Κωστή και σε μένα. Αυτή η χαρά διακόπτονταν ακαριαία όταν μαθαίναμε από τη ξεναγό, πως θα περνούσαμε από μια βιοτεχνία ενδυμάτων, όπου μια παρέα αγοριών και κοριτσιών θα μας έκαναν κάτι ανάμεσα σε πασαρέλα και στριπτίζ για να μας παρουσιάσουν τα ρούχα της εταιρείας. Μπορεί το παραπάνω να σου ακούγεται περίεργο, είναι όμως αυτό που όντως συνέβη.

Αγόρια φορούσαν δερμάτινα μπουφάν και περπατούσαν γύρω μας, μέχρι που ένα κορίτσι τους έβγαζε το μπουφάν. Στο τέλος τα μοντέλα επιχείρησαν να τραβήξουν επάνω στην πασαρέλα την ιδιαίτερα όμορφη -μέλος της κριτικής επιτροπής του CruiseInn– Δώρα, χωρίς επιτυχία. Αυτή η παράξενη επίσκεψη έληξε με μια περιήγηση, ένα window shopping στην καλοκαιρινή κολεξιόν της εταιρείας («Populer Couture» λεγόταν νομίζω), όπου τα δερμάτινα ρούχα, σύμφωνα με τον διευθυντή ήταν κατασκευασμένα από κάποιο πάρα πολύ ακριβό και σπάνιο ύφασμα και θα έπαιρνα όρκο πώς ορισμένα από αυτά τα είχα δει το 1994-95, σε κάποια επεισόδια του «Λάβ Σόρρι», να τα φοράει ο Τάσος ο Υδραυλικός, τρώγοντας σουβλάκια το πρωί, ενώ η Λιλή φορούσε το ταγέρ της και ετοιμαζόταν για το γραφείο.

Η ώρα είχε πάει 3:30 και είχαμε πια λιγότερο από μια ώρα ελεύθερου χρόνου στο Κουσάντασι. Έχοντας αποχαιρετήσει τη βιοτεχνία ρούχων, τον αρχαιολογικό χώρο της Εφέσου και τη ξεναγό που μιλούσε σαν 100% φορτισμένο παιχνίδι, μαζί με τον Κωστή συναντούσαμε τυχαία τη διαγωνιζόμενη του CruiseInn Μαρία (μια ανθρώπινη φιγούρα που έμοιαζε υπερβολικά με την ηθοποιό Amanda Seyfried) και απολαμβάναμε λίγες ώρες ξενοιασιάς και ένα γευστικό ποίημα, που μπορεί να περιγραφεί ως τσάι μήλου, σε ένα καφενείο στην αγορά του Κουσάντασι. Τα ατέλειωτα σοκάκια, το παζάρι στα μαγαζιά, οι λαβύρινθοι που έκλειναν μέσα τους ράθυμους τουρίστες σε καταναλωτική ευθυμία και πανούργους πωλητές στο κυνήγι λίγων εύκολα κερδισμένων ευρώ, χρωμάτιζαν το πορτραίτο μιας πόλης που ζούσε κρυμμένη σε ένα σεντούκι αιωνόβιων αναμνήσεων και ενός καλτ παρόντος. Σαν το «Nights in Marrakesh» να συναντά το «Πόσο Μου Λείπει η Ζεστή Αγκαλιά σου». Υπόσχομαι να σταματήσω με τους παραλληλισμούς.