Από το (άθλιο) φαγητό και το επισκεπτήριο, μέχρι την μπουκάλα, την Πυθία και το επισκεπτήριο.

Οι καλοκαιρινές κατασκηνώσεις για παιδιά και εφήβους, φημολογείται πως ξεκίνησαν να υπάρχουν λίγο μετά την πρώτη εμφάνιση ανθρώπων στη γη. Γιατί από την εποχή της Σινεμαγκούγκου ανθρωπότητας μέχρι και σήμερα, υπάρχει η ανάγκη για κάθε γονέα να πάρει το αγγελούδι του και να το παρκάρει για 3-4 βδομαδούλες σε ένα αξιοπρεπές παραθαλάσσιο/βουνίσιο κατάλυμα, υπό την επίβλεψη βαριεστημένων 20χρονων ομαδαρχών που έχουν αφήσει στην Αθήνα το αμόρε τους για να διεκδικήσουν το πρώτο (σκληρό) μεροκάματο της ζωής τους. Υπήρξαμε κι εμείς κατασκηνωτές κι αυτή η εποχή όπου τα παραθαλάσσια/βουνίσια σαλέ είναι στην κορύφωση της λειτουργίας τους, δεν γίνεται να μην μας ξυπνήσουν αναμνήσεις, τις πιο αμήχανες όλων. Τι ζούσαμε λοιπόν εκείνη την εποχή:

Το φαγητό και οι εκπλήξεις του

maxresdefault (3)

Μακαρονάδα με τυρί, που έκρυβε μέσα τις ολόκληρες ντομάτες! Κι όμως, ο γραφών το είχε δει με τα μάτια του κατά τη διάρκεια της κατασκηνωτικής περιόδου 1994-95,σε μια εποχή που για τον ίδιο, η παρουσία ντομάτας σε κάθε φαγητό, ήταν απλώς μια προβοκατόρικη ενέργεια, με σκοπό να αλλοιώσει τη γεύση του κρέατος. Γενικά, χρειαζόσουν λίγη τύχη για να μην πετύχεις τέτοιες δυσάρεστες εκπλήξεις στο τσίγκινο σερβίτσιο σου.

Το φαντάρίστικο πρωινό

stratos-fagita-ekso

Εκεί που δεν αξιωνόσουν να σηκωθείς από το κρεβάτι, αν δεν υπήρχε γαβάθα με κρύο γάλα και κορνφλέικς σε κοντινή απόσταση, ξαφνικά, από την πρώτη κιόλας μέρα άκουγες καρχιες και κάρχιους (ομαδάρχες) να φωνάζουν «ΓΑΛΑ Ή ΤΣΑΙΓΕ» πάνω από το κεφάλι σου, ενώ ένα τούβλο που έμοιαζε με καρβέλι μαζί ατομικά βούτυρα και μια μαρμελάδα λίγο πιο γευστική από τσιμεντοκονίαμα εμφανιζόταν μπροστά σου. Γιατί παιδιά; Γιατί φανταρίστικο πρωινό σε 9χρονους;

Με τον δίπλανό στον θάλαμο

giphy (1)

Μια σημαντική παράμετρος για την 20ημερη επιβίωση σου στην κατασκήνωση, ήταν το κατά πόσο οι άνθρωποι που θα κοιμόνταν δίπλα σου, θα γίνονταν μια καλή παρέα, θα είχαν γουόκμαν με καλές κασέτες, ή έστω θα έβγαζαν το σκασμό για να κοιμηθείς λίγο το βράδυ. Φυσικά κάτι τέτοιο ήταν εξαιρετικά σπάνιο να σου τύχει και τις περισσότερες φορές θα κοιμόσουν δίπλα στο παιδί με τις καβάτζες (εκείνον που είχε πάρει στα κρυφά πατατάκια/δρακουλίνια και πουράκια από την μαμά του), που από το πολύ φαΐ συνήθως έκανε εμετούς αργά το βράδυ, ή στο creepy-αντικοινωνικό-σαδιστή, που πριν από λίγες μέρες, μπορεί και να είχε σπρώξει την αδελφούλα του. Από γκρεμό σε φαράγγι.

Το πρωινό ξύπνημα

Τραγούδια, το κερατάκι τους μέσα. Που ακούστηκε, να σε ξυπνάνε με τραγούδια! Κι όμως,  ο γράφων θυμάται να έχει ξυπνήσει με το «Καλημέρα Τι Κάνεις» του Γιάννη Πάριου, μετά από μια κουραστική βραδιά. Κλαίγοντας.

 

Το σιωπητήριο

Εδώ η έμπνευση ήταν ακόμα πιο πολυδιάστατη: Τραγούδια ΚΑΙ νανουρίσματα.

 

Οι αθλητικές δραστηριότητες

olympiacos-home-football-shirt-1993-1994-s_6426_1

Εδώ ίσχυε πάντα ο κανόνας του «πότε μην κοροϊδεύεις κάτι, γιατί μπορεί να το λουστείς.» Τι εννοώ: Στην κατασκηνωτική περίοδο του 1994, ο 9χρονος εαυτός μου είχε εμφανιστεί με φανέλα Νίκου Αναστόπουλου, ποδοσφαιρικά παπούτσια με καρφάκια και αυτοπεποίθηση μέγαλου αθλητού που έδινε λίγη από τη λάμψη του στους λιλιπούτειους συν-κατασκηνωτές του. Την επόμενη χρονιά, έχοντας αποφασίσει την απόσυρση από την ενεργό δράση του ποδοσφαίρου, ήθελα να μάθω να παίζω μπάσκετ. Προφανώς οι τότε συν-κατασκηνωτές μου είχαν την αυτοπεποίθηση ενός Γιώργου Σιγάλα, έστω ενός Παναγιώτη Γιαννάκη, με αποτέλεσμα να αυτό-εξοριστώ στον πάγκο για 20+ μέρες. Γιατί οι εκάστοτε «προπονητές» της κατασκήνωσης ήταν συνήθως βαριεστημένοι γυμναστές, που σε κάθε προπόνηση ζητούσαν κυρίως, να μην τους ενοχλείς. Διακοπές έκαναν οι άνθρωποι…

Τα επισκεπτήρια
tumblr_inline_niaywhr2Zr1so10o6

«Μην συγκινηθείς, μην βουρκώσεις ξανά μαλακισμένο» μονολογούσε ο γράφων καθώς διέσχιζε τα -βομβαρδισμένα από περιστέρια-παρτέρια της κατασκήνωσης του μαγευτικού (#νοτ) Καλάμου, λίγο μετά το επισκεπτήριο. Προφανώς και είχα βουρκώσει βλέποντας τους γονείς μου, όπως κάθε καλομαθημένος ανήλικος που ζούσε το δικό του Σαρβάηβο, μακριά από το σπίτι του.

 

Νυχτερινή διασκέδαση- γκομενικά θέματα

Υπήρχαν σκηνές αγοριών και κοριτσιών. Υπήρχε έστω και αμυδρά στον ορίζοντα η πιθανότητα να ΦΙΛΗΣΕΙΣ αυτόν/ην που σου αρέσει. Το «βράδυ στη ντίσκο» ήταν απλώς ένας ανοικτός χώρος όπου έπαιζε μια κασέτα με pop/rock και ότι άλλο ήταν χιτ κάθε καλοκαιριού και έδινε τη δυνατότητα σε αγόρο-κοριτσόπαρέες να εξαφανιστούν για να παίξουν Μπουκάλα-Πυθία-Τι θα κάνει ο κύριος στην κυρία.

Τι γινόταν όμως αν δεν ήξερες πως να φιλήσεις; Αν ντρεπόσουν να το κάνεις δημοσίως ή αν ήξερες μια χαρά και ήθελες να το πας ένα βήμα παραπέρα;  Το να δαγκώσεις/ματώσεις τα χείλη του/της άλλου/ης ή να βρεις δοκάρι (=σιδεράκια) και να μην συνεχίσεις, ήταν τα πιο συνηθισμένα σενάρια. Ή να σε δει, να τρομάξει, να φύγει από το παιχνίδι και να μην σε φιλήσει. ΠΟΤΕ. «Άτιμη μάνα, τι ήθελες να βάλω σιδεράκια Ιούνιο μήνα;

 

Η επιστροφή

Αυτό ήταν το πιο εύκολο από όλα. Η τελετή λήξης της κάθε κατασκηνωτικής περιόδου ήταν συνήθως ένα βαρετό χορό-μπαλετό-αθλητικό ηβεντ, όπου παρευρίσκονταν μόνο οι πιο γαμάτοι-τέλειοι κατασκηνωτές μαζί με τους γονείς τους, ενώ εσύ μάζευες τα πράγματα στο οικογενειακό αυτοκίνητο και μετρούσες τα δευτερόλεπτα μέχρι να ξαναβρείς το κρεββάτι του δωματίου του, αυτό με τα φρεσκοπλυμμένα σεντόνια, που δεν μύριζαν μισοφαγωμένα Τσίτος και ξένη ποδαρίλα (αλλά τη δική σου), αυτό που έκρυβε σε μια γωνία τα τελευταία σου playmobil και lego και τεύχη Αστερίξ και κάθε τι αμήχανο και παράξενο, και όμορφο που σου άνηκε. Κάθε τι που ήταν Εσύ.

[themify_button ]του Γιάννη Δημητρέλλου[/themify_button]
Share on FacebookTweet about this on TwitterPin on PinterestShare on Google+Share on Tumblr