Αυτή είναι μια αληθινή (τραγική) εμπειρία πρώτης καλοκαιρινής βουτιάς σε παραλία του Πειραιά.

Πάντα πίστευα ότι είμαι πολύ τυχερός για τη θέση που βρίσκεται το σπίτι μου. Εδώ και 3 χρόνια ζω στην οδό Κάνιγγος στον Πειραιά, δηλαδή 3 τετράγωνα μακριά από το Πασαλιμάνι και περίπου άλλα τόσα μακριά από την πλαζ «Βοτσαλακια», ένα μέρος που όταν το παρατηρείς από σεβαστή απόσταση, μοιάζει με μια μικρή Πειραιώτικη Καλιφόρνια.

vot

Chemicals

Όμως η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Γιατί αν τα Βοτσαλάκια γίνονταν κινηματογραφική ταινία, θα ήταν ο Batman του Tim Burton και μέσα τους θα κολυμπούσε ο Jack Napier, λίγο πριν γίνει ο Joker. Αν τα Βοτσαλάκια ήταν καταφύγιο για υπέρ-ήρωες, θα ζούσαν εκεί πρωί-βράδυ τα Χελωνονιτζάκια και ο Σπλίντερ και κάθε άλλο ζωύφιο που θα μεταμορφώνονταν σε υπερφυσική οντότητα, μέσα από τα νερά αυτής της θάλασσας.

tumblr_o2xbaakv3Z1r9nm7io1_500

Γιατί τα Βοτσαλάκια ήταν και είναι, η χειρότερη παραλία που έχω βρεθεί, η χειρότερη παραλία για να κάνεις την πρώτη βουτιά του καλοκαιριού (και κάθε επόμενη βουτιά). Θα αιτιολογήσω αυτόν τον ισχυρισμό μου με μια μικρή ιστορία:

Είναι Ιούνιος του 2016, το πρώτο σκέλος της άδειας μου έχει ξεκινήσει. Με το φθονερό χαμόγελο του προνομιούχου ατόμου, έχω χαιρετήσει τους συναδέλφους που θα έλιωναν για άλλες 45 μέρες πάνω από τα καυτά –κάτω από χαλασμένο αιρκοντίσιον- γραφεία της εταιρείας. Είναι Δευτέρα και για τις 2 επόμενες μέρες η αποστολή μου θα ήταν εύκολη: Θα βουτούσα επιτέλους στην παραλία της γειτονιάς μου.

Με το βιβλίο “Infinite Jest” του David Foster Wallace στο ένα χέρι, ακουστικά που να παίζουν τη «Γελαστή Ανηφόρα» του Αγγελάκα και μια πετσέτα θαλάσσης, κατέβαινα ήδη τα μακρόστενα σκαλιά που οδηγούν στην παραλία. Η καθόλου διακριτική μπόχα από ούρα και κόπρανα ζώων σε όλο το μικρό ξέφωτο που οδηγεί στην παραλία, δεν με πτοούσε καθόλου. Η θερμοκρασία έμοιαζε να γαργαλάει τους 47-48 βαθμούς και τα ήρεμα νερά που κρύβονταν πίσω από ένα τείχος από ξαπλώστρες, έμοιαζαν με βάλσαμο για το τηγανητό σαν μπέικον, ταλαίπωρο κορμί μου.

Καλή απόλαυση

maxresdefault (1)

Κάθε ιδέα σκιάς στην παραλία προερχόταν από ομπρέλες που είχαν από κάτω τους ξαπλώστρες, τις οποίες έπρεπε να πληρώσεις. Οι ομπρέλες βρίσκονταν περιφραγμένες  σε ένα ενιαίο χώρο που κατέληγε σε αναψυκτήριο, με τραπέζια και καρέκλες το οποίο ετοίμαζε από καφέδες,  σουφλέ σοκολάτας, ποικιλίες με ούζο μέχρι κάτι σαν ψητό κρέας, πάνω σε μικρή ψησταριά με κάρβουνα. Καθώς ένιωθα υποψία από φλόγες στο σβέρκο, αποφάσιζα να ξεχάσω για λίγο την αποστροφή μου για το τρίο «πλαστική ξαπλώστρα-φρέντο καπουτσίνο-ομπρέλα». Κρεμούσα πετσέτα σε ξαπλώστρα και ετοιμαζόμουν για βουτιά. Ακόμα και μέσα σ`αυτή το γραφικότητα, ο προορισμός του δροσερού θαλασσινού νερού, έμοιαζε ιδανικός.

Την ίδια στιγμή, σε μια παρέα 3 κυριώνν, ηλικίας άνω των 70, η μια ξεκινούσε με αργές κινήσεις να να βγάζει το ολόσωμο μπλε μαγιό της, στη συνέχεια -ολόγυμνη να γελάει βροντερά με τις φίλες της  και να φοράει, με τις ένα άλλο. Προσπαθώντας να ξεχάσω την γυμνή εικόνα μιας κυρίας που έμοιαζε υπερβολικά με τη γιαγιά μου, ένας ήχος διέκοψε κάθε σκέψη και τα ισοπέδωσε όλα: «ΕΓΙΝΑ ΠΟΤΗΣ, ΕΓΙΝΑ ΠΟΤΗΣ, ΕΓΙΝΑ ΠΟΤΗΣ, ΠΙΝΩ ΤΟ ΓΚΩΛΟ ΜΟΥ…» φώναζε ένας (ενήλικας;) με προφορά Ντόναλτ Ντακ μέσα από τα ηχεία ενός σμαρτφον που βογκούσε από την ένταση, από μια παρέα αγοριών και κοριτσιών, σίγουρα όχι πάνω από 13 ετών «Αι στο διάολο» μουρμούρισα και πήρα φόρα για την πρώτη μου βουτιά.

Πόνος

giphy

Δεν υπάρχει για μένα, πιο λυτρωτική αίσθηση από την πρώτη βουτιά, όταν γεμίζεις το στόμα σου με θαλασσινό νερό και μετά από λίγο να βγάζεις το κεφάλι στην επιφάνεια της θάλασσας, πετώντας πίδακες προς κάθε κατεύθυνση . Μόνο που αυτή τη φορά, η γεύση της θάλασσας έμοιαζε λίγο με κάποιο ληγμένο φαγητό  στο τηγάνι, ή μάλλον με μποτάκι Μάρτενς στο τηγάνι. «Δεν πειράζει» σκέφτηκα, ο ορίζοντας ήταν άδειος από λουόμενους άρα μπορούσα να κολυμπήσω ελεύθερα.

Στο πρώτο μακροβούτι, η επιφάνεια του βυθού ήταν αλλιώτικη: Έντονα πράσινη και γεμάτη από τεράστιες θίνες άμμου, από τις οποίες νόμιζες πως θα αποκαλύπτονταν ένας τεράστιος ξιφίας, ζωσμένος με αυτόματο πυροβόλο όπλο, ή ο ίδιος ο Τζόκερ του Τιμ Μπάρτον, ντυμένος γοργόνα.

Βουτάω ακόμα πιο βαθιά, ακόμα πιο μακριά, με την ελπίδα ενός πιο καθαρού, ίσως λίγο πιο γαλανού βυθού. «ΑΟΥΤΣ! ΓΑΜΩΤΟΚΕΡΑΤΟΣΟΥ» θέλω να φωνάξω αλλά δεν μπορώ. Το γόνατο μου έχει συγκρουστεί με ένα τεράστιο, επίπεδο βράχο με αιχμηρές γωνίες, που θα μπορούσε μέσα του να κρύβει μέσα του ένα μικρό δεξαμενόπλοιο ή έστω  την Σκύλα και την Χάρυβδη.

giphy (1)

Μην μπορώντας να αντέξω όλη αυτή την εναλλαγή αηδίας και πόνου, με γρήγορες κινήσεις βγήκα και πάλι στην αμμουδιά. Η καπνίλα από τα καλαμάκια είχε ενισχυθεί, διότι σε μια έξτρα σχάρα ένας ηλικιωμένος άντρας έχει ξεκινήσει να βάζει φωτιά σε κάρβουνα για να ψήσει κρέας (ή να βάλει μπουρλότο σε όποιον αρνούνταν να κολυμπήσει, λογικά) και ενώ στο κυλικείο στο βάθος,  μια παρέα αντρών με καδένες πάνω από δασύτρυχα στήθη, προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν κόσμο στην αίρεση ΜάκιΔημάκι  – που λίγο αργότερα έμαθα ότι είναι τραγουδιστής-δίνοντας σιντι με τραγούδια του, σε νεαρά, αφελή κορίτσια. Στην ίδια παρέα, 2 ντροπαλά αγόρια έδειχνα να προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποσπάσουν τα τηλέφωνα τους, τρώγοντας παράλληλα πατατάκια και πίνοντας φτηνή μπίρα.

«Εικόνες μιας πόλης-λαϊκής φτωχομάνας», σκεφτόμουν, προσπαθώντας να αναπνεύσω κάτι άλλο εκτός κάρβουνο και ψητό χοιρινό και φέρνοντας στο μυαλό εικόνες από την ταινία «Ας Περιμένουν Οι Γυναίκες».

(μακάρι οι διάλογοι που άκουγα γύρω μου να έμοιαζαν με αυτό)

Έξοδος

Όμως εκείνο το πρωί τίποτα δεν θύμιζε παραλία:  Η γεύση της θάλασσας θύμιζε υγρό ασβέστη. Τα πόδια μου, καθώς έβγαινα προς την αμμουδιάμ σαν σε φλιπεράκι είχαν χτυπήσει πάνω σε κάθε έναν από τους άπειρους αιχμηρούς βράχους της θάλασσας, ενώ έξω, η τσίκνα του μπάρμπεκιου είχε μπλεχτεί με το κάτουρο από το ξέφωτο, τους ήχους από το ΜάκιΔιμακι, τις φωνές από γιαγιάδες που συνόδευαν εγγόνια με ίχνη από παγωτό στα χέρια και τις μύτες τους,  σε μια αστική παραλία που είχε μετατραπεί σε μια ατελείωτη ταβέρνα, από εκείνες που συναντάς μετά από σταθμούς διοδίων και η καταθλιπτική εικόνα τους,σε πείθει να γκαζώσεις λίγο περισσότερο μέχρι να φτάσεις στον προορισμό σου.

Αντίο παραλία της γειτονιάς μου, (δεν) θα τα ξαναπούμε (ποτέ).

vot

[themify_button ]του Γιάννη Δημητρέλλου[/themify_button]
Share on FacebookTweet about this on TwitterPin on PinterestShare on Google+Share on Tumblr