Η ιστορία του  pop ύμνου που αποκλείεται να μην κόλλησε στ`αυτιά σου φέτος το καλοκαίρι. 

Μπαίνεις στο αυτοκίνητο. Ανοίγεις ραδιόφωνο, ακούς το Ντεσπασίτο. Αρχίζεις ασυναίσθητα να κουνιέσαι και να το σιγοτραγουδάς, άσχετα από το γεγονός ότι δε γνωρίζεις  ούτε το όνομά σου στα ισπανικά. Τι σημασία έχει όμως; Ο ρυθμός σε παρασέρνει. Το τραγούδι τελειώνει και νιώθεις σαν να προσγειώθηκες πάλι στην πραγματικότητα. Αλλάζεις σταθμό και να το πάλι! Εκεί, ξανά, να σου φωνάζει : Ντε-σπα-σι-το! Ποια είναι, όμως, η ιστορία του κομματιού αυτού που έγινε παγκόσμια μανία;

Το «Despacito» ερμήνευσε ο Λουις Φόνσι, ένας καλλιτέχνης από το Πουέρτο Ρίκο, ο οποίος κυκλοφόρησε την πρώτη του εκδοχή μαζί με το αντίστοιχο βιντεοκλίπ τον περασμένο Ιανουάριο έχοντας πάνω από 3 δισεκατομμύρια προβολές. Ακολούθησε τον Απρίλιο η δεύτερη βερσιόν του με την συμμετοχή του Τζάστιν Μπίμπερ και κάπως έτσι το Ντεσπασίτο κέρδισε τον τίτλο του πιο πολυτραγουδισμένου κομματιού στην παγκόσμια ιστορία.  Το Μάϊο το ρεμίξ έφτασε στο νούμερο 1 του Billboard top100, όπου και παρέμεινε για 16 εβδομάδες, όντας  μόλις το τρίτο ισπανόφωνο κομμάτι που κατάφερε να αγγίξει την εν λόγω κορυφή, μετά το “La Bamba” (1987) και το “Macarena” (1996).

Πως θα περιγράφαμε το Ντεσπασίτο; Έχει αυτό το κάτι που θυμίζει καλοκαίρι. Θαλασσινή αλμύρα, καλοκαιρινά καρδιοχτύπια, άμμος, κοκτείλς και ανέμελες στιγμές, όλα αυτά μπορείς ότι σου έρχονται σχεδόν αυτόματα στο μυαλό, ακούγοντας το. Αλλά είναι μόνο αυτό; Τεχνικά, το Ντεσπασίτο συνδυάζει μια μελωδία διαφορετική, που όμως εμπεριέχει στοιχεία που «μιλούν» κατευθείαν στην καρδιά σου. Και αυτό είναι μια μαγική συνταγή επιτυχίας!

Εκεί που είχαμε βαρεθεί να ακούμε ηλεκτρονική χορευτική ποπ μουσική το Ντεσπασίτο ήρθε για να μας μυήσει στην λατινική κουλτούρα μέσω ενός συνονθυλεύματος ποπ και πορτορικανής ρεγκετόν. Και το πέτυχε και με το παραπάνω. Όντας ένα κομμάτι που ρέει μουσικά και μοιάζει σαν χορευτική κίνηση, με εκπλήξεις, κορυφώσεις και μια κάπως δραματική αίσθηση, μόνο τυχαίο δεν είναι ότι αποτελεί τον ύμνο των απανταχού φαν της ζούμπα και του χορού.

Η συμμετοχή του Τζάστιν Μπίμπερ σίγουρα συνετέλεσε καθοριστικά στη διάδοση του κομματιού, όμως σίγουρα δεν οφείλεται μόνο σε αυτόν η τεράστια επιτυχία του. Πολύ πριν το ρεμίξ με τη συμμετοχή του, η αρχική ισπανόφωνη εκδοχή του Ντεσπασίτο, είχε ήδη κάνει το μεγάλο μπαμ στην Λατινική Αμερική. Τότε ήταν που στη διάρκεια μιας περιοδείας του στην Κολομβία, ο Μπίμπερ το άκουσε σε ένα κλαμπ και παρατήρησε  εντυπωσιασμένος με πόση έκσταση και πάθος το χόρευαν τριγύρω του όλοι.

Το πιο περίεργο είναι ότι όλοι τραγουδάμε και λικνιζόμαστε στους ρυθμούς ενός κομματιού που ουσιαστικά δεν κατανοούμε τα λόγια του. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία του Ντεσπασίτο. Ακόμα και αν δεν μιλάς ισπανικά,  το Ντεσπασίτο είναι όλα όσα σε κάνει να νιώθεις, τα συναισθήματα που σου γεννά και ο τρόπος που σε κάνει να αισθάνεσαι ακούγοντάς το, το «αργά» και αισθησιακά που σε κάνει να φαντάζεσαι. Και στην τελική αυτό δεν είναι η μουσική;  Μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας συναισθημάτων, εικόνων και στιγμών.

Με στοιχεία από: VOX

Share on FacebookTweet about this on TwitterPin on PinterestShare on Google+Share on Tumblr