Όταν ζεις ένα θρίλερ, μέσα στο κεφάλι σου.

Το καλοκαίρι του 2003 ήταν μια ιδανική, ξένοιαστη εποχή για να είσαι πρωτοετής φοιτητής. Η Αθήνα ζούσε τον πυρετό των προετοιμασιών για τους Ολυμπιακούς Αγώνες,  λέξεις όπως «οικονομική κρίση» υπήρχαν μόνο ως δηλώσεις ημίαγνωστων βουλευτών σε μονόστηλα εφημερίδων, ενώ πολύ δυνατές ταινίες όπως το “Lost in Translation”, οι «Πειρατές της Καραϊβικής»  και το “Kill Bill” έκαναν την εμφάνιση τους στους κινηματογράφους.  Κάποια από τις παραπάνω σκέψεις είχε φωλιάσει στο μυαλό μου καθώς κατέβαινα με το λεωφορείο της Πανεπιστημιούπολης προς Αθήνα, ύστερα από ένα ακόμα πρωινό μάθημα όπου είχαν δοθεί οδηγίες και λεπτομέρειες για την επερχόμενη πρώτη εαρινή εξεταστική των πρωτοετών.

Είχε ακολουθήσει ο καθιερωμένος καφές, δηλαδή ο κατακλυσμός των καφετεριών της περιοχής του Ζωγράφου από φοιτητές που είχαν ελάχιστο ενδιαφέρον για μια αξιοπρεπή παρουσία στα μαθήματα της επερχόμενης εξεταστικής και λίγο μεγαλύτερη επιθυμία για να παίξουν παιχνίδια όπως το «Παλέρμο» ή να σχολιάσουν εμβληματικούς στίχους της εποχής όπως το «Όλο το νησί ένα βότσαλο στα πόδια σου» των Δυτικών Συνοικιών.  Πλησιάζοντας προς την Βουλή, έχοντας φτάσει πια στο κέντρο της Αθήνας, ένα σερί από τις ακόλουθες ερωτήσεις πλημμύρισε το μυαλό μου:

171f2filos1-thumb-large_2

 «τι διάολο κάνουμε κάθε πρωί σ`αυτή τη σχολή; Γιατί πήγα στο τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας;  Γιατί πίνω φραπέ ακόμα; Γιατί το αμφιθέατρο μου μυρίζει κάθε πρωί γιουβαρλάκια;» και όλες αυτές οι ερωτήσεις ενώθηκαν  σ` ένα τεράστιο, γιγαντιαίο: «Γιατί δεν μου αρέσει τίποτα από αυτά που κάνω στη ζωή μου; Γιατί θέλω να πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω στο έτος 2021; (τυχαίο νούμερο)»

Βγαίνοντας στην Ακαδημίας, όλες οι παραπάνω ερωτήσεις χόρευαν μέσα στο κεφάλι μου. Ξαφνικά ο κατηφορικός διάδρομος του σταθμού του μετρό απέκτησε κι άλλη κλίση, «ή μήπως απλά ζαλίζομαι;» σκέφτηκα. Πηγαίνοντας προς την αποβάθρα του μετρό, μια ομάδα ανθρώπων με πλησίασε, με ακουμπούσε στα χέρια, στα πόδια, ένας χτύπησε την τσάντα μου και ξαφνικά ένα πλήθος είχε μαζευτεί γύρω μου περιμένοντας το μετρό «ή έχουν σταθεί επίτηδες εδώ, για να μη μπορώ να πάρω ανάσα;» σκεφτόμουν, ενώ το γαμημένο το τρένο θα περνούσε σε 6 λεπτά. Προσπαθούσα να κοιτάζω προς τον τοίχο, γιατί η κενή αποβάθρα έμοιαζε και ήταν ένας τεράστιος γκρεμός που ήμουν ένα βήμα πριν να πέσω. Κοιτούσα. Τον χάρτη των περιοχών γύρω από την Ακαδημία Αθηνών. «Πόσο μακριά είμαι από το σπίτι μου (Παλλήνη). Πόσο μόνος είμαι μέσα σ`αυτή τη γαμημένη αποβάθρα που είναι γεμάτη από περιέργους που σκουντάνε ο ένας τον άλλο;»

Ο κάθε νέος μονόλογος μέσα στο κεφάλι μου είχε για υπόκρουση μια σκληρή ταχυπαλμία, που έσβηνε κάθε περιβάλλοντα ήχο και ανάσα και εικόνα από όμορφα κορίτσια ντυμένα με αποκαλυπτικά καλοκαιρινά ρούχα, που μιλούσαν για βιβλία και δίσκους και διακοπές. Κοιτούσα  ξανά προς τον πίνακα των δρομολογίων, τα 6 λεπτά είχαν γίνει 4. ΤΕΣΣΕΡΑ. Κι άλλη ταχυπαλμία. «ΘΑ ΠΕΣΩ. Το μόνο σίγουρο ήταν αυτό. ΘΑ ΠΕΣΩ και κανείς δεν είναι εδώ για να με βοηθήσει.» Η ταχυπαλμία είχε δώσει πια τη θέση της σε εφίδρωση και  δυνατή ημικρανία.

«Μήπως να πάρω τηλέφωνο τη μητέρα μου;» σκέφτηκα, καθώς το γραφείο της απείχε μόλις 20 λεπτά από το σταθμό του μετρό Πανεπιστημίου. «Όχι, είναι ντροπή, 19 χρόνων είμαι, μπορώ να τα βγάλω πέρα στο κέντρο της Αθήνας μόνος μου.»

Το τρένο είχε επιτέλους φτάσει. Μαζί με τις δεκάδες (ή χιλιάδες;; τόσοι έμοιαζαν) του κόσμου έμπαινα μέσα ψάχνοντας για μια θέση. Παντού φιγούρες ανθρώπων με σακούλες στα χέρια, με άπειρες φωνές, με ουρλιαχτά χαράς και καυγάδες και πουθενά μια θέση ελεύθερη και μόνο το βουητό του συρμού να μου θυμίζει ότι από αυτούς τους εκκωφαντικούς χτύπους της καρδιάς μου μπορεί και να πεθάνω επιτόπου μέχρι να φτάσουμε Σύνταγμα.

TSlxcHG

Φτάνουμε Σύνταγμα. Στέκομαι στην αποβάθρα της μπλε γραμμής. Ο κόσμος είναι δεκάδες χιλιάδες ή έτσι νομίζω. Αποκλείεται να φτάσω ζωντανός. Κοιτάζω την μπλούζα μου. Είναι μπλε και στύβεται από τον ιδρώτα. Προσπαθώ να σκεφτώ ένα αστείο τραγούδι. Μου έρχεται στο μυαλό για λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω, ο Αντώνης Ρέμος, με αυτό το γένι-απομίμηση soul patch που έφερνε λίγο στο μουστάκι του Χίτλερ και το «Έλα να Με Τελειώσεις». «Αντώνης Ρέμος; Έλεος;» σκέφτομαι και η ο πίνακας των δρομολογίων γράφει «Εθνική Άμυνα:7 λεπτά», κάτι λίγο πιο μακρινό από έναν αιώνα δηλαδή. Τρελαίνομαι. Είμαι σίγουρα στο παρά 0.1 του να σβήσουν τα μάτια μου και να πέσω κάτω αναίσθητος για πάντα. Βγαίνω τρέχοντας στην πλατεία Συντάγματος και τρέχω προς την οδό Βουλής.

Μπαίνω στο τότε κατάστημα των Virgin Megastores και περιφέρομαι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. R.E.M, Primal Scream, Sertab Erener και “EVERYWAY THAT I CAAAAN” είναι τα σιντι που προσφέρονται για ακρόαση από το κατάστημα.  Η εικόνα του Michael Stipe δίπλα στη Τουρκάλα τραγουδίστρια της Eurovision καταφέρει να αυξήσει ακόμα το άγχος, την ταχυπαλμία, την απόγνωση θανάτου, δηλαδή ότι έβλεπα κι άκουγα μπροστά μου. Έβγαινα από τα καταστήματα Virgin και ο ήλιος του μεσημεριού των αρχών Ιουνίου, σε συνδυασμό με τις άπειρες φιγούρες ατόμων που διέσχιζαν γρήγορα και νευρικά την οδό Βουλής, μπορούσε να με καταπιεί, όπως μια φιγούρα Πακμαν λίγο πριν το game over.

hPqEM4T

Περπατούσα προς την πλατεία Καρύτση, σχεδόν τρέχοντας, προσέχοντας να πηγαίνω μόνο από τα σημεία που είχε σκιά. «Να πάρω τηλέφωνο το Γιάννη, να έρθει να με πάρει» σκέφτηκα, δηλαδή τον κολλητό μου φίλο, που εκείνη την ώρα σέρβιρε καφέδες στην κεντρική πλατεία του Χαλανδρίου. Κάθομαι σε ένα μαγαζί, που μπορεί να ήταν καφετέρια ή και βιβλιοπωλείο και καλώ τον αριθμό. «Ο χρόνος ομιλίας σας έχει εξαντληθεί» ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ, ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ».

Πηγαίνω προς την τουαλέτα του μαγαζιού γιατί είμαι σίγουρος πως θα πέσω κάτω και δεν θέλω κανείς να με δει. Και να με λυπηθεί και να μαζευτούν δεκάδες αργόσχολοι και περίεργοι γύρω μου. Ρίχνω νερό στο πρόσωπο μου, προσπαθώ να πάρω μια ολοκληρωμένη βαθιά ανάσα  και βγαίνω έξω. «Είμαι καλύτερα» μουρμουρίζω καθώς κάθομαι ξανά στο τραπέζι και λίγα λεπτά μετά σχεδόν φωνάζω «συγνώμη μπορώ να πάρω ένα τηλέφωνο, είναι επείγον» στο σερβιτόρο που έρχεται να παραγγείλει. Εκείνος σχεδόν τρομαγμένος μου δίνει το κινητό του, που ήταν μπλέ και είχε πορτάκι και πρέπει να πέρασαν τουλάχιστον 7-8 αιώνια λεπτά μέχρι να πάρω τηλέφωνο τον Γιάννη.

Πέρασαν περίπου 30 λεπτά μέχρι να φτάσει ο Γιάννης, ακόμα πιο τρομαγμένος όταν με είδε.

«Τι έχω ρε;»  

«Καλύτερα να μην δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη.»

«Δεν μπορώ ούτε να σηκωθώ. Φοβάμαι πως θα πέσω»

«Δεν πρόκειται να πέσεις.»

«Γιατί το λες αυτό.»

«Γιατί θα σε σηκώσω εγώ ρε βλαμμένε» μου απάντησε ο Γιάννης γελώντας

Παρατήρησα πως δίπλα από το κράνος του, είχε αφήσει μια σοκολάτα Τουιξ. Καθώς μιλάγαμε για τις μεταγραφές της ΑΕΚ εκείνου του καλοκαιριού, πήρα την σοκολάτα και την εξαφάνισα σε δευτερόλεπτα. Μετά από 1 ώρα περίπου, με τη βοήθεια του Γιάννη είχα γυρίσει σπίτι μου.

Τους επόμενους 15-16 μήνες πάθαινα μικρές και σκόρπιες κρίσεις πανικού και έμαθα να αναγνωρίζω ανθρώπους που βίωναν το ίδιο αυτοσχέδιο θρίλερ με εμένα. Πάντα όμως είχα στο μυαλό μου μια «παιδική», αλλά τόσο αποτελεσματική λύση:  Η κρίση θα περάσει και θα είμαι μια χαρά, αν αγοράσω μια σοκολάτα από το περίπτερο. Ναι, ακόμα κι όταν βρέθηκα σε γνωστό μπάρ του κέντρου για να επιλέξω δίσκους ως Dj και προφανώς έπαθα μια ακόμα χάρντκορ κρίση, που με έκανε να κρυφτώ κάτω από την μπάρα του μαγαζιού για άπειρα λεπτά, μια τουίξ και 2-3 φίλοι κατάφεραν να με σηκώσουν και πάλι. Ίσως αυτός να είναι ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσεις την κρίση πανικού, μια ταινία τρόμου που δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως.

[themify_button ]του Γιάννη Δημητρέλλου[/themify_button]
Share on FacebookTweet about this on TwitterPin on PinterestShare on Google+Share on Tumblr