Έτοιμος για μια μεγάλη βόλτα στη σκοτεινή αίθουσα;

Καμιά φορά γεννιούνται ιδέες, των οποίων το μέλλον και την εξέλιξη δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε. Ιδέες που φάνηκαν σχεδόν θεότρελες στο μυαλό κάποιου και εν τέλει απέκτησαν τόσο μαζική διάσταση και τόσους φανατικούς θαυμαστές , που πια, θα μας φαινόταν άδεια η ζωή μας, χωρίς αυτές.  

Χθες

Ο άνθρωπος προσπαθούσε χρόνια να πειραματιστεί με κινούμενες εικόνες κι ο συγκεκριμένος στόχος φάνταζε μαγικά συναρπαστικός στο μυαλό όσων είχαν αποφασίσει να τον πετύχουν. Είχαν ήδη γίνει σημαντικά βήματα με την ανακάλυψη και διάδοση της φωτογραφίας, στα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε ήταν απλώς ζήτημα χρόνου. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1878 για να καταφέρει ο Βρετανός φωτογράφος Ίντγουιρντ Μάιμπριτζ, να απεικονίσει την κίνηση ενός αλόγου με την μέθοδο των διαδοχικών φωτογραφιών.

Ένα αποφασιστικό βήμα, ωστόσο, έγινε δυο χρόνια αργότερα, το 1880, με την εφεύρεση του κινητοσκοπίου από τον Ουίλιαμ Ντίκσον. Το κινητοσκόπιο ήταν ουσιαστικά μια μηχανή προβολής για έναν μόνο θεατή, καθώς πρόβαλε την ταινία μέσα σε ένα κουτί. Το κινητοσκόπιο, παρουσιάστηκε επίσημα στις 20 Μαΐου του 1891 μαζί με την πρώτη “κινηματογραφική ταινία”. O Τόμας Έντισον για λογαριασμό του οποίου εργαζόταν ο Ντίκσον, θεώρησε πως το κινητοσκόπιο, δεν ήταν και τόσο σημαντική εφεύρεση και δεν ενδιαφέρθηκε να ασχοληθεί περισσότερο με τη βελτίωσή του. Σημάδι αυτής της αποφασής του, σίγουρα σποτελεί το ότι τεικά επέλεξε να μην κατοχυρώσει καν την πατέντα του κινητοσκόπιου διεθνώς,  αλλά μόνο στις Η.Π.Α 

kinitoskopio

Ο κινηματογράφος με την έννοια που τον εννοούμε σήμερα, καθιερώθηκε στο Παρίσι από τους αδερφους Όγκυστ και Λουί Λουμιέρ, οι οποίοι βασισμένοι στην ιδέα του κινητοσκοπίου,  εφηύραν τον κινηματογράφο (cinematographe), μια φορητή μηχανή λήψης, εκτύπωσης και προβολής φιλμ, την οποία κατοχύρωσαν στις 13 Φεβρουαρίου του 1894. Η πρώτη δοκιμή της μηχανής μπροστά σε κοινό 35 ατόμων, έγινε περίπου ένα χρόνο μετά, στις 28 Δεκεμβρίου του 1895, στο Παρίσι. Η ταινία που προβλήθηκε σε εκείνη την πρώτη προβολή, είχε διάρκεια μόλις μερικά λεπτά και αποτύπωνε την έξοδο εργατών από το εργοστάσιο χωρίς λόγια, αλλά με μουσική. Οι ταινίες που ακολούθησαν είχαν ακριβώς την ίδια λογική (μικρής διάρκειας με μουσική αντί για λόγο) και αποτύπωναν στιγμές της καθημερινότητας. Το αστείο εδώ, είναι πως και οι Λουμιέρ δεν θεώρησαν σημαντική την εφεύρεσή τους και την πούλησαν, επιλέγοντας να ασχοληθούν με την …παραδοσιακή πια φωτογραφία.  

Το 1927, κι ενώ μέχρι τότε δεν είχαμε κάποια σημαντική καινοτομία στο χώρο, έρχεται «Ο τραγουδιστής της τζαζ», η πρώτη ομιλούσα κινηματογραφική ταινία, η οποία κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Αμερικής στις 6 Οκτωβρίου. Η ταινία γυρίστηκε κανονικά ως βουβή (όπως γινόταν με όλες τις ταινίες της εποχής), ωστόσο χάρη στο Vitaphone, μια συσκευή η οποία έδινε την δυνατότητα αναπαραγωγής ήχου μέσω ενός δίσκου που συγχρονιζόταν με την μηχανή προβολής της ταινίας και την οποία παρουσίασε η Warner brothers ένα χρόνο πριν, κάποια κομμάτια της ταινίας είχαν ομιλία.

Την ίδια περίοδο περίπου, έγιναν προσπάθειες προκειμένου να υπάρξει χρώμα στις ταινίες. Η συγκεκριμένη ιδέα είχε ήδη αρχίσει να υφίσταται στις αρχές του 20ου αιώνα με την προσπάθεια χρωματισμού των καρέ με το χέρι, ωστόσο εγκαταλείφθηκε καθώς υπήρξε αύξηση στη διάρκεια των ταινιών σταδιακά. Ανάμεσα στις πρώτες τεχνικές προσθήκης συνθετικού χρώματος, ξεχωρίζει η Technicolor, η οποία τελειοποιήθηκε το 1941, ωστόσο παρέμενε ακριβή λόγω του ότι ήταν κάπως περίπλοκη στη χρήση της και χρειαζόταν πολλή δουλειά για να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μετά το  τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου, εμφανίστηκε το έγχρωμο αρνητικό φιλμ από την Kodak, το οποίο έλυσε τα χέρια των ανθρώπων, μιας και δεν χρειαζόταν πια διαχωρισμός των χρωμάτων. Και κάπως έτσι τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους…

Στην Ελλάδα ο κινηματογράφος μας ήρθε τις πρώτες δεκαέτιες του 20ου αιώνα, με πολύ μικρή παραγωγή ταινιών μέχρι το 1940. Ωστόσο δοκιμαστικές λήψεις είχε επιχειρήσει ο Βρετανός δημοσιογράφος Frederic Villiers, πολλά χρόνια πριν το 1897. Η πρώτη μικρού μήκους ταινία που κινηματογραφήθηκε στη χώρα μας, αφορούσε στην Μεσοολυμπιάδα του 1906, για λογαριασμό της εταιρίας Πατέ. Οπερατέρ ήταν κάποιος Λέων, αν και μέχρι σήμερα πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για ψευδώνυμο του Felix Mesguich. Ενώ η πρώτη μεγάλου μήκους βουβη ταινία ήταν το βουκολικό δράμα Γκόλφω του 1914.

Golfo-movie-1914

Οι πρώτες ταινίες με ήχο έρχονται στην Ελλάδα το 1930, από την Νταγκ Φιλμς. Πρόκειται για ταινίες τα σενάρια των οποίων έγραφαν γνωστοί συγγραφείς, ενώ το cast αποτελούνταν από ηθοποιούς του Βασιλικού Θεάτρου (του μετέπειτα Εθνικού Θεάτρου). Ο έγχρωμος ελληνικός κινηματογράφος κάνει την εμφάνισή του πολύ αργότερα το 1956  κι ευτηχώς λατρεύτηκε και συνεχίζει να λατρεύεται τότε, τώρα και για πάντα.

 

Σήμερα

Στις μέρες μας,  το να δει κανείς μια ταινία επεξεργασμένη με τεχνικές όπως το 3D, το Dolby Atmos και το VR (ταινίες σε εικονική πραγματικότητα) είναι από μόνο του μια μοναδική εμπειρία. Η εποχή με τα ασπρόμαυρα gags και τις μουσικούλες μοιάζει να είναι έτη φωτος μακριά, ενώ σε κάποιες (λιγοστές ακόμη) περιπτώσεις δεν χρειάζεται καν να επισκεφθείς τον κινηματογράφο, καθώς με την αγορά ενός προτζέκτορα, μπορείς να μετατρέψεις ο ίδιος σε κινηματογραφική αίθουσα το σαλόνι σου.

Αύριο

Φαντάσου  ότι κάπου εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται πυρετωδώς ώστε η τεχνολογία της εικονικής πραγματικότητας (που ήδη έχει αρχίσει κι αναπτύσσεται στα video games) να ανέβει επίπεδο με τη χρήση αισθητήρων που θα προκαλούν το αίσθημα του πόνου την στιγμή που χάνεις. Φαντάσου, λοιπόν, αυτήν την συγκεκριμένη τεχνολογία να χρησιμοποιείται στο Cinema.  Όχι μόνο θα μπορείς να βρίσκεσαι “μέσα” στην ταινία με τα μάτια σου,  αλλά θα αλληλεπιδράς αποκτώντας αίσθηση των πραγμάτων γύρω σου. Φαντάσου μια (όχι και τόσο μακρινή) εποχή, όπου θα μπορείς να καθορίσεις ακόμα και το τέλος της ταινίας με αποφάσεις που εσύ ο ίδιος πήρες σε όλη την διάρκειά της, μια εποχή που ο κινηματογράφος θα προσαρμόζεται σε αυτό που θες να βιώσεις, την στιγμή ακριβώς που το θες. Σου φαίνονται στα αλήθεια τόσο μακρινά και ουτοπικά όλα αυτά; Μάλλον όχι.  Το πραγματικό ερώτημα ωστόσο είναι άλλο: Πόσο πολύ χρειαζόμαστε τελικά να συμβούν όσα διαβάζεις τόση ώρα;

her

Προσωπικά μου ακούγονται συναρπαστικά και ταυτοχρόνως τρομακτικά. Ίσως τελικά κινδυνεύουμε να χάσουμε την ουσία με τόσες αλλαγές. Όπως και να έχει, το μέλλον είναι μπροστά μας και το μόνο βέβαιο είναι πώς ανυπομονούμε να το ζήσουμε. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.

Με στοιχεία από Wikipedia,tainiothikigr, πηγές κεντρικής φωτογραφίας, 1,2,3

[themify_box ] Tου Μίλτου Τσιμπούκη[/themify_box]

 

Share on FacebookTweet about this on TwitterPin on PinterestShare on Google+Share on Tumblr